ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ «BAΚΧΑΙ

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα στην Αγγλία, το 40% των ενηλίκων δεν πιστεύουν ότι ο Ιησούς ήταν ένα πραγματικό ιστορικό πρόσωπο. Όπως σημειώνει στον Guardian ο Simon Gathercole, Διευθυντής Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Cambridge με ειδικότητα στην Καινή Διαθήκη, «οι ιστορικές αναφορές που υπάρχουν δεν είναι επαρκείς ούτως ώστε να γνωρίζουμε αν ο Ιησούς έζησε στα αλήθεια και πέθανε» (The Guardian : What is the historical evidence that Jesus Christ lived and died?)

Τα Χριστούγεννα γιορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου διότι η συγκεκριμένη ημερομηνία συνέπεφτε με τις αρχαίες εορτές του Χειμερινού Ηλιοστασίου και την «Επιστροφή» του Ηλίου. Έκτοτε ο Χριστός όφειλε να είναι ο Ήλιος ο δίδων το φως εις τον κόσμο.

Η Γέννηση

Οι αρχαίοι Έλληνες κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου. Ο Διόνυσος αποκαλούταν «Σωτήρ» και «Θείο Βρέφος», το οποίο γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη. Ήταν ο καλός «Ποιμήν», του οποίου οι ιερείς κρατούν την ποιμενική ράβδο. Οι γυναίκες-ιέρειες (Μαινάδες/Βάκχες) ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα νεογέννητο βρέφος φώναζαν «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε. Ο Διόνυσος ζει», ενώ σε επιγραφή αφιερωμένη στον Διόνυσο αναγράφεται: «Εγώ είμαι που σε προστατεύω και σε οδηγώ, εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα». Σε γλυπτό το οποίο υπάρχει στη Στοά του Αττάλου στην Αγορά των Αθηνών και το οποίο είναι χρονολογημένο, είναι του 4ου αιώνος π.Χ. , διακρίνεται μια φάτνη, στην οποίαν υπάρχουν, ο Ερμής ο οποίος παρέδιδε το θείο βρέφος Διόνυσο εις τις Νύμφες κάτω από το βλέμμα του Διός, του Πανός, του Απόλλωνος και της Δήμητρος [εικόνα 1].

Το γλυπτό της «φάτνης του Διονύσου» σε βίντεο καθώς και η περιγραφική επιγραφή του γλυπτού από το Μουσείο Αρχαίας Αγοράς, εδώ

Ορισμένες θεϊκές μορφές που απεικονίζονται στα ψηφιδωτά της «Οικίας του Aιώνος» στην Κάτω Πάφο, όπως για παράδειγμα ο Ζεύς, ο Διόνυσος, ο Απόλλων, φέρουν φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι τους, κάτι που εσφαλμένα συνδέεται αποκλειστικά με τη χριστιανική εικονογραφία. Στην εικόνα 2, η σκηνή σ’ ένα από τα ψηφιδωτά της «Οικίας του Aιώνος» στην Κάτω Πάφο, παρουσιάζει το μικρό Διόνυσο να κάθεται στα γόνατα του Ερμή. Είναι η στιγμή που ο Ερμής θα παραδώσει το «Θείο Βρέφος» Διόνυσο στον Τροφέα, το γηραιό Σειληνό και μελλοντικό του δάσκαλο, και στις νύμφες του βουνού Νύσα. Τρεις απ’αυτές ετοιμάζουν το λουτρό του, ενώ εκεί κοντά κάθονται η ίδια η Νύσα και μια τροφός, η Ανατροφή. Ο Διόνυσος είναι γυμνός. Τα μαλλιά του είναι στολισμένα με μια χρυσαφένια ταινία και στεφάνι από πράσινα φύλλα, ενώ ένα ασημένιο φωτοστέφανο με μπλε ανταύγειες περιβάλλει το κεφάλι του. Η αναγνώρισή του επιβεβαιώνεται και με μια επιγραφή που δηλώνει το όνομα του. Ο Ερμής ντυμένος με μακρύ πορφυροκόκκινο μανδύα που φτάνει στους αστράγαλους του, κάθεται με μεγαλοπρέπεια σαν αυτοκράτορας στο θρόνο του. Όλες οι μορφές αναγνωρίζονται από τα ονόματα τους που είναι γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες.

Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Άγιος Τάφος του Διονύσου βρίσκεται στους Δελφούς, μέσα στο ναό του Απόλλωνα, όπου και κατά τον εορτασμό της Γέννησής του εκεί, όπου το «θείο βρέφος» έμπαινε σε κούνια, [«λίκνο»] οπότε αποκαλούνταν «Διόνυσος Λικνίτης». Οι κάτοικοι των Δελφών πιστεύουν ότι τα λείψανα του Διονύσου απόκεινται στην πόλη τους…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 364F).

Ευριπίδου «Βάκχαι»

Οι Βάκχες είναι τραγωδία του Ευριπίδη. Γράφτηκε το 407 π.Χ., όταν ο ποιητής βρισκόταν στην Πέλλα της Μακεδονίας, στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου, και σκηνοθετήθηκε από το γιο του το 405 π.Χ. στην Αθήνα. Η τραγωδία αυτή διδάχθηκε (παίχτηκε) μετά τον θάνατο του δημιουργού της του Ευριπίδη. Το έργο Βάκχαι έχει γνήσια Διονυσιακή υπόθεση, εξιστορεί δηλαδή την έλευση του Βάκχου (Διονύσου) στη Θήβα κατά την οποία ο Πενθέας φονεύεται από την μητέρα του Αγαύη, διότι αντιστάθηκε στη λατρεία του νέου θεού. Στο έργο του Ευριπίδη, συνυπάρχουν το τραγικό, το δραματικό και το θεατρικό στοιχείο. Είναι το μοναδικό έργο της αρχαιότητας, όπου ο Διόνυσος πρωταγωνιστεί ως ανθρωποποιημένος θεός (θεάνθρωπος), καθώς αυτό αποτελεί το δράμα του θεού, που είναι το δράμα του ανθρώπου. Δραματοποιούνται τα Θεοφάνια του Διόνυσου και εξανθρωπίζεται το θείο. Μια καινούργια θρησκεία απειλεί, μια νέα δύναμη εισχωρεί που θέλει να επιβάλει τη δική της λατρεία. (Wikipedia)

Ο Διόνυσος, γιος του Δία και της κόρης του Κάδμου Σεμέλης, φτάνει στη Θήβα με μορφή ανθρώπου, για να επιβάλει τη λατρεία του. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης αποφασίζει να στραφεί ενάντια στις Μαινάδες. Όταν συνέλαβε τον Διόνυσο, αυτός ελευθερώθηκε και με σεισμό κατέστρεψε το παλάτι. Στη συνέχεια ο Πενθέας μεταμορφώνεται σε Μαινάδα, όταν έφτασε στο βουνό, οι μαινάδες με πρώτη τη μητέρα του τον διαμέλισαν. Η Αγαύη επιστρέφει θριαμβευτικά αλλά ο Κάδμος τη κάνει να συνειδητοποιήσει τι έπραξε. Το έργο κλείνει με την εμφάνιση του Διόνυσου ως θεού, την αποκαλούμενη «μεταμόρφωση» του Διονύσου, όπου εμφανίζεται επάνω από τα τείχη του παλατιού του Πενθέα, «στην δόξα της θεότητάς του». (ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ «BAΚΧΑΙ», Μετάφραση στα νέα ελληνικά της Μαρίκας Θωμαδάκη εδώ, η παράσταση στην Επίδαυρο , εδώ )

[Στον οργιαστικό χαρακτήρα των Διονυσιακών τελετών εμπλέκονται οι γυναίκες ακόλουθες του Διόνυσου, οι Μαινάδες/Βάκχες/Θυιάδες. Διέτρεχαν τα βουνά και μπορούσαν να συναναστρέφονται με τα άγρια ζώα, τα οποία έπαιρναν στα χέρια τους και τα θήλαζαν. Λάτρευαν τον Διόνυσο με τραγούδια, με «μανικούς» χορούς και με κραυγές (εικόνα 3).

Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να ξεριζώσουν δέντρα και να σκοτώσουν δυνατά θηρία. Τόση ήταν η δύναμή τους, που τους τη χάριζε ο Διόνυσος. Κυνηγούσαν εξάλλου ζώα και έτρωγαν το κρέας τους ωμό. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο «είναι γυναίκες από την Αττική που πηγαίνουν κάθε δεύτερο χρόνο μαζί με τις γυναίκες από τους Δελφούς στον Παρνασσό και εκεί τελούν όργια προς τιμή του Διόνυσου». Καθοδόν για τους Δελφούς σταματούσαν και χόρευαν στα χωριά και στις πόλεις από όπου περνούσαν. Βέβαια αυτός ο όμιλος ιερών γυναικών, αυτές οι Θυιάδες, είχαν και την επώνυμο πρόγονό τους, τη Θυία. Αυτές οι Θυιάδες είναι το ιστορικό αντίστοιχο των Μαινάδων, η ίδια μανία, η ίδια πλήρης εξουθένωση και ο καταγής ύπνος. Είναι οι ίδιες όπως στις Βάκχες του Ευριπίδη στις πλαγιές του Κιθαιρώνα: «Κοιμούνταν όλες με λυμένα απ’ τον κόπο τα κορμιά τους, σε τούφα ελάτου αρμόζοντας τις πλάτες, σε δρυόφυλλα άλλες χάμου το κεφάλι σεμνά-σεμνά ακουμπώντας» (εικόνα 4).

Ότι κάθε γυναίκα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να έχει την ελευθερία που είχε μια Μαινάδα είναι σίγουρα απίθανο, αλλά και μια Μαινάδα δεν ήταν η κάθε γυναίκα, επίσης πολλά μπορούν να ανεχτούν ακόμη και οι άντρες και οι αδελφοί, όταν επιβάλλονται από τη λατρευτική θεϊκή παράδοση. Οι άντρες, ακόμη και στη Μακεδονία, όπου τα ήθη ήταν σίγουρα τραχύτερα, δεν αρέσκονταν στην τέλεση των βακχικών οργίων. Ο Πλούταρχος συμπεραίνει ότι σε αυτά τα βακχικά όργια οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό η τεταμένη σχέση μεταξύ της μητέρας Ολυμπιάδας και του πατέρα Φιλίππου του Μακεδόνα Αλέξανδρου. Είχαν δει ένα φίδι να κείτεται στο πλευρό της Ολυμπιάδας και ο Φίλιππος φοβήθηκε ότι ήταν μάγισσα, ή, ακόμη χειρότερα, ότι το φίδι ήταν φορέας κάποιου Θεού. [κείμενα και σχόλια εις Λυκόφρων 1237 (E. Sheer), Λυκόφρων Αλεξάνδρα 1236-1239 (E. Sheer)]

Η αναζήτηση του ιστορικού Ιησού και όχι του Ιησού των ευαγγελίων, αποτελεί ένα παντελώς άγνωστο στην ελληνική πραγματικότητα πεδίο μελέτης. Παρ’ όλα αυτά στο εξωτερικό θεωρείται εδώ και αιώνες ένα ζωτικής σημασίας κεφάλαιο για τους ιστορικούς (μέσα από το περίφημο «Ρεύμα των Μυθικιστών»), για το οποίο έχουν χυθεί τόνοι μελανιού, ιδίως μετά την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό. Το best seller βιβλίο των συγγραφέων Timothy Freke και Peter Gandy με τίτλο «Τα μυστήρια του Ιησού» κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ενάλιος και βρίσκεται ήδη στην 6η έκδοση (ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι ‘’The Jesus Mysteries features a gem of Dionysus/Orpheus’’).

Οι συγγραφείς του βιβλίου τεκμηριώνουν αυτό που στον Μυθικισμό θεωρείται δεδομένο: Οι μύθοι του Ιησού συνδέονται με την λατρεία του θεού Διονύσου. Συγκεκριμένα, τα ευαγγέλια του Ιησού είναι η αντιγραφή της τραγωδίας του Ευριπίδη «Βάκχαι». Ακολουθεί κείμενο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Επί χιλιάδες χρόνια πριν τον χριστιανισμό, οι παγανιστές λάτρευαν έναν Υιό Θεού. Ο Σωτήρας των παγανιστών γεννήθηκε κι αυτός από μια παρθένο στις 25 Δεκεμβρίου με μάρτυρες τρεις βοσκούς, μετέτρεψε το νερό σε οίνο, κρεμάστηκε επί ξύλου κι αναστήθηκε το Πάσχα, και πρόσφερε το σώμα και το αίμα του ως Θεία Κοινωνία. Δεν ήταν άλλος από τον Διόνυσο τον Ζαγρέα. Οι παγανιστικοί μύθοι ξαναγράφτηκαν αιώνες αργότερα σαν τα ευαγγέλια του Ιησού Χριστού. Για την ύπαρξη του ιστορικού Ιησού δεν υπάρχουν αποδείξεις. Οι πρώτοι χριστιανοί γνώριζαν ότι η ιστορία του Ιησού ήταν μόνο ένας μύθος. Οι αλήθειες αυτές αποσιωπήθηκαν με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη παραχάραξη που έγινε στην Ιστορία». [πηγές: journalist blogspot , wikipedia : The Jesus Mysteries features a gem of Dionysus/Orpheus, Author Timothy Freke & Peter Gandy]

Ο θεάνθρωπος

Στις «Βάκχες», την τραγωδία με κεντρικό χαρακτήρα τον Διόνυσο, ο θεός έρχεται στη γη με ανθρώπινη μορφή. Ο ίδιος λέει πως έχει «καλύψει την Θεότητά του με μια μορφή θνητού», για να την κάνει «ορατή στους θνητούς». Λέει στους μαθητές του «γι’ αυτό άλλαξα την αθάνατη μορφή μου και προσέλαβα την μορφή ανθρώπου». Αυτό οι συγγραφείς του βιβλίου το συγκρίνουν με τα λόγια του Ιωάννη και του Παύλου, οι οποίοι περιγράφουν τον Ιησού ως «σαρκωθείς Λόγος» και «καθ’ ομοίωση αμαρτωλής σάρκας». Πάλι μέσα από τις «Βάκχες», οι Freke και Gandy σημειώνουν ότι «όπως ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ, έτσι και ο Διόνυσος είναι ένας ήσυχος ξένος, με μακριά μαλλιά και γενειάδα, που φέρνει μια καινούργια θρησκεία».

Ο θαυματουργός περιπλανώμενος διδάσκαλος Οι «Βάκχες» μας λένε για τον Διόνυσο που έκανε περιοδείες στην Ελλάδα, την Περσία και Αραβία, που διέδιδε τις τελετές του παντού και, όποτε προέκυπτε η ανάγκη, επέβαλλε θαυματουργικές τιμωρίες σε όσους τον αψηφούσαν. Ο Διόνυσος περιγράφεται στις Βάκχες ως ένας περιπλανώμενος δάσκαλος ο οποίος έκανε θαύματα. Ο Danielou [Dan.GLE, 94] αναφέρει πως υπάρχουν εκδοχές του Διονύσου που τον θέλουν να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο διαδίδοντας τη διονυσιακή λατρεία και τον πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένης και μιας εκστρατείας στην Ινδία. Ο Detienne [Det.DAL, 4] αναφέρεται στον Διόνυσο ως τον «πλέον επιδημικό των θεών», καθ’ ότι ήταν ο θεός που περνούσε τον περισσότερο χρόνο του ταξιδεύοντας και κάνοντας θαύματα.

Η θριαμβευτική είσοδος πάνω σε γάιδαρο (όνο) Την Κυριακή των Βαΐων εορτάζεται η ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα πάνω σε όνο, όπου, κατά τους συγγραφείς των ιερών ευαγγελίων, οι ιουδαίοι τον υποδέχθηκαν κρατώντας βάια ή βάγια (κλάδους φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα ρούχα τους ζητωκραύγαζαν «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Οι Freke και Gandy αναφέρουν πως ο Διόνυσος «απεικονίζεται καβάλα σε γαϊδούρι, το οποίο τον μεταφέρει στο πάθος του» και σημειώνουν πως η σκηνή αυτή αναπαρίσταται με πλήθη να «υμνούν με δυνατές φωνές τον Διόνυσο και να τον χαιρετούν με αγκαλιές από κλαδιά». Πράγματι. Ο Διόνυσος εισερχόμενος εις τις πόλεις που κυρίευε κατά την εκστρατεία του εις τις Ινδίες, εισέρχετο εις αυτές ανεβασμένος επάνω σε γάιδαρο (όνο).

[Επίσης και ο Ήφαιστος όταν εισέρχετο εις τις πόλεις εις τις οποίες επήγαινε το «πυρ» το οποίο είχε κλέψει από τον Όλυμπο, εισέρχετο εις αυτές ανεβασμένος επάνω σε γάϊδάρο (όνο)]

Στην εικόνα 5, νόμισμα που απεικονίζει τον Διόνυσο να εισέρχεται σε πόλη ανεβασμένος επάνω σε γάιδαρο. Στην εικόνα 6 αγγείο όπου ο Διόνυσος υποδέχεται τον Ήφαιστο, ο οποίος Ήφαιστος είναι επάνω σε γαϊδούρι (όνο).

“Είναι οδυνηρό να κλωτσάς πάνω σε καρφιά”

Τα λόγια του Χριστού προς τον Αγ. Παύλο όπως καταγράφονται στις Πράξεις («σκληρόν σε λακτίζειν προς κέντρα») είναι όμοια ή ολόιδια με μια φράση στις «Βάκχες». Είναι η φράση από την Κ. Διαθήκη (Πράξεις ΚΣΤ’ 14), την οποία απηύθυνε σε όραμα ο Ιησούς στον Παύλο (τότε Σαύλο). Του είπε τότε ο Ιησούς: “Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις; σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν”. Κατά λέξη η φράση αυτή αναφέρει: “Είναι οδυνηρό να κλωτσάς πάνω σε καρφιά”. Ο Παύλος μεταστράφηκε και μεταβλήθηκε από διώκτη σε Απόστολο και διαπρύσιο κήρυκα του χριστιανισμού.

Στην πραγματικότητα το πρωτότυπο της φράσης συνίσταται στις Βάκχες (Βάκχαι Ευριπίδης, στίχοι 794-795) όπου ο διωκόμενος Διόνυσος παραινεί τον θεομάχο διώκτη του Πενθέα να μη «λακτίζει προς κέντρα», να μην κλωτσάει δηλαδή πάνω σε κεντριά βάζοντας τα με τον θεό: «θύοιμ’ αν αυτώ μάλλον ή θυμούμενος προς κέντρα λακτίζοιμι θνητός ων θεώ.» Μεταφορικά η φράση στις Βάκχες σημαίνει ότι είναι σκληρό να εναντιώνεται κανείς σε κάποιον ισχυρότερο, που κατέχει την εξουσία. Ο κληρικός και καθηγητής Ιστορίας Δημ. Κωνσταντέλος επισημαίνει σχετικά με την ομοιότητα, ότι «ο ευαγγελιστής Μάρκος χρησιμοποιεί στοιχεία από την αρχαία ελληνική δραματική τέχνη που επικρατούσαν τότε στο ελληνιστικό περιβάλλον (…) δια να μεταδώσει ένα ισχυρό ευαγγελικό μήνυμα και παρουσιάζει τον Ιησούν Χριστόν με τέτοιο τρόπο ώστε να τον κάμει αντιληπτόν σε Έλληνες αναγνώστες.»! (πηγή)

Το λιχνιστήρι

Στην νουθεσία του Ιωάννη του Βαπτιστή, πως όποιος τον ακολουθήσει θα έπαιρνε στο χέρι ένα λιχνιστήρι για να ξεχωρίζει το στάρι από την ήρα, οι Freke και Gandy μας λένε πως στα Διονυσιακά μυστήρια, «τέτοιο λιχνιστήρι το χρησιμοποιούσαν στο αεροβάπτισμα» και παραπέμπουν σε παραστάσεις αγγείων με μυούμενους «καλυμμένους με πέπλο καθισμένοι, και ένα λιχνιστήρι να ανεμίζεται πάνω από το κεφάλι τους». Επίσης σημειώνουν πως ο Διόνυσος ήταν γνωστός ως «εκείνος με το λιχνιστήρι» και πως όταν γεννήθηκε «είχε για λίκνο του ένα λιχνιστήρι».

Πορφυρένιος μανδύας και στεφάνι στο κεφάλι

Σύμφωνα με τους Freke και Gandy «ο Ιησούς ντύθηκε πορφύρα από τους στρατιώτες, και ο Διόνυσος επίσης φορούσε μανδύες πορφυρένιους». Επίσης, σύμφωνα με τους συγγραφείς του βιβλίου, «στον Ιησού δόθηκε ακάνθινο στεφάνι, ενώ στον Διόνυσο, στεφάνι κισσού». Ο Διόνυσος εμφανίζεται συνεχώς κισσοστεφανωμένος κατά τη διάρκεια των «Βάκχων». Η δροσερή φύση του κισσού εξισορροπεί την πύρινη φύση της κληματαριάς, η οποία επίσης συσχετίζεται με τον Διόνυσο. Ο παραλληλισμός του ακάνθινου στεφάνου και του στεφάνου από κισσό συμβολίζει και στις δύο περιπτώσεις την εξουσία που πηγάζει από το στέφανο -στέμμα. Τον 2ο αι. π.Χ. (180 ή 148 π.Χ.) κυκλοφόρησαν τα μεγάλα αργυρά τετράδραχμα, με κεφαλή νεαρού Διονύσου στεφανωμένο με κισσό.

Ένα αργυρό αττικό τετράδραχμο του 2ου αι. π.Χ. που αποκαλύφθηκε σε ανασκαφές στη Θάσο απεικονίζει το δεξιό προφίλ της προτομής του Διονύσου σε νεαρή ηλικία. Φοράει κορδέλα στο κούτελο και είναι κισσοστεφανωμένος και στολισμένος με δύο ανθοδέσμες. Η κόμη είναι πιασμένη πίσω, ενώ δυο μπούκλες κρέμονται στο σβέρκο. Η πίσω όψη απεικονίζει τον Ηρακλή και φέρει μεταξύ άλλων την επιγραφή «ΣΩΤΗΡΟΣ» στο δεξιά μέρος, χωρίς ωστόσο να είναι ξεκάθαρο αν η επιγραφή «ΣΩΤΗΡΑΣ» αναφέρεται στο Διόνυσο ή στον Ηρακλή.

Σύλληψη και καταδίκη

Στις Βάκχες ο βασιλιάς Πενθέας συλλαμβάνει, επιτιμά και καταδικάζει τον Διόνυσο, ο οποίος έχει «επιτρέψει παθητικά να τον συλλάβουν και να τον φυλακίσουν». Η παθητική αυτή συμπεριφορά του ενώπιον του Πενθέα παραπέμπει ευθέως στην στάση του Ιησού ενώπιον του Πιλάτου. Ο Ιησούς λέει στον Πιλάτο: «Δεν έχεις καμία απολύτως δύναμη επάνω μου, παρά μόνο αν σου είχε δοθεί άνωθεν». Ο Διόνυσος λέει: «Τίποτε δεν μπορεί να με αγγίξει, που δεν ήταν προορισμένο». Ο Ιησούς είχε πει για τους διώκτες του: «Δεν γνωρίζουν τι κάνουν» – ο δε Διόνυσος λέει στον Πενθέα: «Δεν ξέρεις τι κάνεις, ούτε τι λες, ούτε ποιος είσαι». Ο Ιησούς προειδοποιεί για την επικείμενη κρίση της Ιερουσαλήμ. Ο Διόνυσος αποχωρεί από τον Πενθέα, απειλώντας τον με θεϊκή εκδίκηση, φέρνοντας αργότερα σεισμό. Θυσία για την άφεση των αμαρτιών του κόσμου

[Ανθρωποθυσίες επιζητά η Άρτεμις, προστάτιδα του κυνηγιού και των κανόνων του, όταν οι κυνηγοί παραβαίνουν τους κανόνες του κυνηγιού και σκοτώνουν ζώα όχι από ανάγκη αλλά ως επίδειξη και από αλαζονική υπεροψία (αυτή λ.χ. ήταν η περίπτωση του Αγαμέμνονα). Ανθρωποθυσία επιβάλλει και ο Διόνυσος σε περίπτωση άρνησης της λατρείας του (Μινυάδες, Προιτίδες, γυναίκες των Θηβών). Επίσης, μέσω της ανθρωποθυσίας του πιο εκλεκτού μέλους της κοινότητας επιδιώκεται και η σωτηρία της πόλης από απρόσμενους κινδύνους. Η περίπτωση του φαρμακού θα μπορούσε να θεωρηθεί μια μορφή ανθρωποθυσίας. Ο φαρμακός ήταν ένας ιδιαίτερα άσχημος άνθρωπος ή με κάποιο σωματικό πρόβλημα, που σημαίνει με μειωμένη ολότητα και επομένως κάτι κακό, ή ένα επίλεκτο μέλος της κοινωνίας. Στην Αθήνα λ.χ. επιλέγονταν δύο άνδρες, ιδιαίτερα αντιπαθείς, τους στόλιζαν με σύκα, τους οδηγούσαν έξω ως καθάρσια και προφανώς τους καταδίωκαν με πέτρες (εορτή των Θαργηλίων). Στην περιοχή του Απόλλωνος Λευκάτα στη Λευκάδα, γκρέμιζαν έναν εγκληματία από τους βράχους, του έδεναν όμως φτερά για να μετριάσουν την πτώση. Η εχθρότητα της κοινότητας συγκλίνει σε έναν, τον οποίο διώχνει ή θανατώνει ομαδικά, πολλές φορές κακοποιώντας τον, αφού θεωρείται υπεύθυνος για τις αναταραχές και καταστροφές που υφίσταται η κοινότητα. Χάρη στην εκτροπή αυτή της βίας προς ένα και μοναδικό άτομο αποκαθίσταται η τάξη και η ομόνοια. Ο εκδιωκόμενος ανάγεται σε σωτήρα, στον οποίο η ομάδα οφείλει βαθιά ευγνωμοσύνη, γιατί μέσω αυτού καθαίρεται. Ο φαρμακός λοιπόν γίνεται για την κοινότητα ένα ιεροποιημένο κάθαρμα (πηγή)]

Ο «Διόνυσος-Οσιρις» ήταν ένας «ιερός φαρμακός, ο οποίος «πέθανε για την άφεση των αμαρτιών του κόσμου». Ο Ιησούς έχει ακριβώς την ίδια ομοιότητα. Είναι ο αμνός του θεού που θυσιάστηκε για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, για την άφεση των αμαρτιών του κόσμου. Η έννοια του «ιερού φαρμακού» κατά την αρχαιότητα ήταν ο θυσιαζόμενος ο οποίος ανάγεται σε σωτήρα, στον οποίο η ολότητα οφείλει βαθιά ευγνωμοσύνη, γιατί μέσω αυτού καθαίρεται. Η έννοια του «ιερού φαρμακού» υιοθετήθηκε από τους μύθους του Ιησού, που σύμφωνα με τα ευαγγέλια θυσιάστηκε για τη σωτηρία της κοινότητας, ανάγεται έτσι σε σωτήρα, στον οποίο η ανθρωπότητα οφείλει βαθιά ευγνωμοσύνη, γιατί μέσω αυτού καθαίρεται.

Θεία Ευχαριστία

Συγκρίνοντας με την Θεία Ευχαριστία, όπου λέγεται πως «ο Ιησούς συμβολικά γίνεται το κρασί που πίνεται από τους μετέχοντες», οι «Βάκχες» του Ευριπίδη λένε πως «ο Διόνυσος γίνεται το κρασί και ο ίδιος ‘εκχέεται’ ως προσφορά».

Η Μεταμόρφωση

Άλλη μια αναφορά των Freke και Gandy – η οποία συγκρίνεται με την «μεταμόρφωση του Σωτήρος Ιησού» – είναι το επεισόδιο με την «ένδοξη μεταμόρφωση του Διόνυσου» στις «Βάκχες». Σύμφωνα με τους συγγραφείς πρόκειται για ξεκάθαρο δανεισμό χριστιανικής ορολογίας («θεία μεταμόρφωση του Σωτήρος Ιησού Χριστού») που περιγράφει ένα όμοιο συμβάν: Την «μεταμόρφωση» του Διονύσου στο τέλος των «Βάκχων», που περιλαμβάνει ένα επεισόδιο όπου εμφανίζεται επάνω από τα τείχη του παλατιού του Πενθέα, «στην δόξα της θεότητάς του».

Η Σταύρωση

[Με την εξέλιξη της μυθολογίας η κύρια Θεά που συσχετίσθηκε με τη Σελήνη είναι η Άρτεμις. Η Εκάτη, θεά της μαγικής τέχνης στον κάτω κόσμο, ήταν το μοναδικό παιδί των Τιτάνων Πέρση και Αστερίας (Απολλώνιος ο Ρόδιος. i. 2. § 4; Απολλώνιος ο Ρόδιος iii. 478.). Η Εκάτη, ως θεότητα της μαγείας και πανίσχυρης Κυρίας του ουρανού, αντλεί τις δυνάμεις της από τους γονείς της, ιδίως από την Τιτανίδα μητέρα της Αστερία, η οποία ήταν η θεά των διαττόντων Περσίδων, τα γνωστά πεφταστέρια, αλλά και της νύχτας όπως και της ονειρομαντείας και της αστρολογίας (από τα αστέρια). Υπάρχουν τίτλοι της όπως «άγγελος» και «φωσφόρος». Με τον δεύτερο τίτλο η Εκάτη ονομάζεται «φορέας του φωτός» (βλ. Ευριπίδου Ελένη, Wikipedia). Η Εκάτη είναι μία από τις μορφές της θεάς Αρτέμιδος. Οι επικλήσεις σε αυτήν γίνονται τη νύχτα, γι’ αυτό της αποδίδονται τα επίθετα Νυχία, Φωσφόρος, Σελάσφορος, Νυχτοφάνεια και Νυχτοπόλος Lusijera στα Λατινικά. Ειδώλιο που απεικονίζει τη μορφή της Αρτέμιδος ως Δαδοφόρου – Εκάτης βρίσκεται σε μία προθήκη του Μουσείου της Βραυρώνας (Εφημ. Το Βήμα, «Η θεά Άρτεμις αναπαύεται στο νέο της σπίτι», ηλ. έκδοση 22/09/2009).

Η Άρτεμις Μουνιχία, το ιερό της οποίας ήταν χτισμένο στο σημείο που σήμερα βρίσκεται το κτήριο του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδας, στο νότιο τμήμα του λιμανιού της Μουνιχίας (ευρύτερα γνωστού ως Τουρκολίμανου) προστάτευε τους πιστούς της, κυρίως τα παιδιά και τις γυναίκες, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, διατηρώντας πρωτεύουσα θέση στα σημαντικότερα γεγονότα της, τη γέννηση, την ενηλικίωση και το γάμο. Οι μαρτυρίες της φιλολογικής παράδοσης είναι η κυριότερη πηγή πληροφοριών για την «αρκτεία» που αποτελούσε εκδήλωση λατρείας προς τιμήν της Άρτεμης Μουνιχίας. Πρόκειται για τη «θητεία», την αφιέρωση των Αθηναίων παρθένων για ένα ορισμένο διάστημα στη θεά, που αποτελούσε άλλωστε και τη σημαντικότερη εκδήλωση της λατρείας στο ιερό της Μουνιχίας και της Βραυρώνας. Η αρκτεία είχε το χαρακτήρα μύησης για την εφηβεία και το γάμο, αποτελούσε τη μετάβαση από την παιδική στην εφηβική ηλικία και είχε σκοπό την προετοιμασία των παρθένων για το γάμο, επιζητώντας παράλληλα τον εξευμενισμό της θεάς για το γάμο που θα ακολουθούσε, «όπως προτεθεραπευμένης Άρτέμιδος ούτως έπί τά Άφροδίτης ϊωσι» (Λιβανίου Λόγοι Υ, 29). Η τελετουργία της αρκτείας περιλάμβανε την «καθιέρωση» των παρθένων, που ονομάζονταν άρκτοι, στη θεά, θυσία και τέλεση του μυστηρίου, στο οποίο συμμετείχαν οι παρθένοι μιμούμενες την άρκτο, το ιερό ζώο της Αρτέμιδος. Ο ρόλος της άρκτου στο μυστήριο της αρκτείας είναι αναμφίβολα σημαντικός και ανάγεται στην υπόσταση της Αρτέμιδος ως θεάς της φύσης και της γονιμότητας. Απεικονίσεις των άρκτων σώζονται σε μικροσκοπικά προχειροφτιαγμένα αγγεία, που αποτελούν μια πολυάριθμη ομάδα ανάμεσα στα ευρήματα του ιερού. Σημειωτέων ότι στη λατρεία της Μουνιχίας δεν διαπιστώνονται χθόνια στοιχεία, όπως στη συγγενική λατρεία της Βραυρώνας, όπου ο θάνατος των γυναικών στη γέννα τους κατείχε σημαντική θέση στη λατρεία. Η Άρτεμις Μουνιχία εμφανίζεται κυρίως ως θεά της ζωής, σε αντίθεση με την Βραυρωνία Άρτεμις. Ευρήματα στο ιερό της Άρτεμις Μουνιχίας υπομνηματίζουν τη στενή σχέση της θεάς με το γάμο και την προστάτιδά του, τη θεά Αφροδίτη, ενώ ορισμένα άλλα τονίζουν τη συγγένειά της με το θεό Διόνυσο. Τις σχέσεις με την Αφροδίτη μαρτυρούν οι παραστάσεις με σκηνές γάμου (Επαύλια κ.ά.), οι απεικονίσεις της ίδιας της θεάς, αλλά και η αφθονία αγγείων που σχετίζονται με τις γαμήλιες τελετές (λουτροφόροι, γαμικοί λέβητες).

Στοιχεία της λατρείας του Διονύσου διαπιστώνονται στην εικονογραφία ορισμένων αγγείων και κυρίως στους χορούς των νεαρών άρκτων. Δεν είναι άγνωστος άλλωστε ο οργιαστικός χαρακτήρας ορισμένων πτυχών της λατρείας της Αρτέμιδος (Βιβλιογραφία: Παλαιοκρασσά Λ., Το ιερό της Αρτέμιδος Μουνιχίας (υπό έκδοση). Travlos J., Palaiokrassa L-, Neue Befunde aus dem Heiligtum der Artemis Munichia, ΑΜ 104, 1989, 140) ]

Ένας παλιός σφραγιλόθος που φυλασσόταν στο Μουσείο Bode του Βερολίνου. Ένας εσταυρωμένος κάτω από τη Σελήνη και τα Αστέρια. Από κάτω η επιγραφή: ΟΡΦΕOC ΒΑΚΧΟC [εικόνες 7 και 8]. Το έκθεμα είχε αριθμό απογραφής 4939 από την παλαιοχριστιανική Βυζαντινή Συλλογή στο Μουσείο Bode του Βερολίνου, πρώην Kaiser-Friedrich-Museum.

Επιχειρηματολογώντας οι Freke και Gandy υπέρ της άποψης που υποστηρίζει ότι ο «εσταυρωμένος Ιησούς» είναι κατασκευασμένος από τον «Ορφέα Βάκχο», μια άλλη ονομασία του Διόνυσου, παραπέμπουν σε μια κυλινδρική σφραγίδα του 2ου μ.Χ. αιώνα, που απεικονίζει μια σταυρωμένη μορφή που την ονομάζει «Ορφεύς Βάκχος», που είναι ο Ορφέας – Βάκχος – Διόνυσος [στην εικόνα 7, καλλιτεχνική απεικόνιση της σφραγίδας, ενώ στην εικόνα 8, το πρωτότυπο της σφραγίδας].

Σύμφωνα με τους Freke και Gandy, αυτό δείχνει πως ο «εσταυρωμένος Διόνυσος και ο εσταυρωμένος Ιησούς είναι το ίδιο πρόσωπο», ότι ουσιαστικά η μορφή του Χριστού ταυτίζεται με τη μορφή του Διόνυσου. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, οι συγγραφείς δηλώνουν πως δεν υπάρχουν παραστάσεις του εσταυρωμένου Ιησού προ του 5ου αιώνα.

Η σφραγίδα από αιματίτη στις εικόνες 7 και 8, που απεικονίζει μια σταυρωμένη μορφή που την ονομάζει «Ορφεύς Βάκχος» (κυλινδρική σφραγίδα του 2ου ή 3ου αιώνα μ.Χ.), βρισκόταν στο Μουσείο Bode του Βερολίνου. Το εν λόγω εύρημα του «εσταυρωμένου Ορφέα» καταστράφηκε από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς κατά την διάρκεια του Β΄ Π.Π. (Πηγή: Ορφέας και Ορφισμός, μέρος πρώτο, Αντί Προλόγου, Νίκος Βαρδιάμπασης, ένθετο Ιστορικά, Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 23 Δεκεμβρίου 2004, τεύχος 266, σελ. 5). Κατά την άποψη άλλων ιστορικών, «ο σφραγιδόλιθος εξαφανίστηκε από την έκθεση του Μουσείου όπου εκτίθονταν από το 1904 μετά τη μεταφορά του στο Βερολίνο το 1869 ως μέρος του κληροδοτήματος του Eduard» (2008/2009 Francesco CAROTTA (Kirchzarten /Écija/ Madrid/ Berlin).

Ο Ορφεύς Βακχικός Σταυρωμένος στον σφραγιδόλιθο, εμφανίζει εγχάρακτη μια μορφή του Διόνυσου ως σταυρωμένο άνθρωπο που ακουμπά πάνω σ’ ένα V. Στην κορυφή του σταυρού έχει την Ημισέληνο και πιο πάνω εμφανίζονται 7 αστέρια. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, το V είναι ένα από τα αρχαία σύμβολα του Θείου θηλυκού, που παραπέμπει στην μήτρα που γεννά. Παραπέμπει ευθέως στην Αειπάρθενο Άρτεμις, ως θεάς προστάτιδας της γονιμότητας. Επίσης στην παρθένο Σεμέλη, μητέρα του Διόνυσου. Πιθανόν δε να υπομνηματίζει και τη στενή σχέση της Άρτεμης με το γάμο και την προστάτιδά του, τη θεά Αφροδίτη, όπως τούτο υποδηλώνουν τα ευρήματα των αγγείων που βρέθηκαν στο ιερό της Αρτέμιδος Μουνιχίας που σχετίζονται με τις γαμήλιες τελετές. Η συνύπαρξη του Εσταυρωμένου Διόνυσου και της Άρτεμης στον σφραγιδόλιθο από αιματίτη, με την παρουσία της Άρτεμης – Εκάτης να εκδηλώνεται με την Ημισέληνο και τα 7 αστέρια πάνω από τον εσταυρωμένο Διόνυσο, παραπέμπουν ευθέως στη στενή σχέση των Άρτεμις και Διόνυσου, όπως αυτό διαπιστώνεται στην εικονογραφία των αγγείων και κυρίως στους χορούς των νεαρών άρκτων στο ιερό της Μουνιχίας Αρτέμιδος, που είναι ο οργιαστικός – Διονυσιακός χαρακτήρας ορισμένων πτυχών της λατρείας της Αρτέμιδος. Εξάλλου το γυναικείο στοιχείο είναι συνδεδεμένο άρρηκτα τόσο με την λατρεία της Αρτέμιδος (παρθένες- άρκτοι) όσο και με την Διονυσιακή λατρεία (Μαινάδες/Βάκχες), και συνεπώς η γυναικεία φύση του Θείου δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από τον Εσταυρωμένο «Ορφέα Βάκχο».

Στην εικόνα 9, πρωτοχριστιανικό σύμβολο, με την ομοιότητα με τον «εσταυρωμένο Ορφέα – Διόνυσο» να είναι πασιφανής.

Σύμφωνα με την χριστιανική θεολογία, η άγκυρα τού σταυρού παραπέμπει στην «κιβωτό» τής σωτηρίας, την Εκκλησία, και σχετίζεται με το εδάφιο: Α΄ Πέτρου, Κεφ. Γ΄, 20-21. Καμία άμεση σχέση φυσικά με τον Εσταυρωμένο Διόνυσο δεν παραδέχεται το χριστιανικό δόγμα. Κατά τη χριστιανική ανάγνωση της Ιστορίας, δεν είναι το πρόσωπο του εσταυρωμένου Ιησού δημιούργημα από την σταυρωμένη μορφή του Ορφέα Βάκχου (Διόνυσου), αλλά κάποιοι επιμένουν να βλέπουν στο πρόσωπο του Ιησού του Ναζωραίου τον Ορφέα Διόνυσο, ως δημιούργημα του… θρησκευτικού συγκρητισμού! Ωστόσο η επίκληση «θρησκευτικού συγκρητισμού» θα είχε εδώ νόημα (για το χριστιανικό δόγμα) αν ο «Εσταυρωμένος Ιησούς» προηγούνταν χρονικά του Διόνυσου. Όμως η Διονυσιακή λατρεία προηγείται του «Εσταυρωμένου Ιησού», είναι επομένως φανερό πως πρόκειται όχι για θρησκευτικό συγκρητισμό αλλά για θρησκευτικό μιμητισμό.

Ως προς το αίνιγμα του σφραγιδόλιθου με τον εσταυρωμένο Ορφέα – Βάκχο: Δεδομένης της απώλειας της σφραγίδας κατά τους βομβαρδισμούς του Βερολίνου στον Β’ Π. Π., σφοδρή είναι η αντιπαράθεση μεταξύ των ιστορικών για την αυθεντικότητα της σφραγίδας • είναι ένα γνήσιο κομμάτι από την ύστερη αρχαιότητα ή είναι ένα πλαστό από τον 17ο ή 18ο αιώνα.

Στις αιτιάσεις περί πλαστότητας του σφραγιδόλιθου, οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης υποστηρίζουν ότι, η αυθεντικότητα του σφραγιδόλιθου έχει ελεγχθεί από το Μουσείο Bode του Βερολίνου, στις προθήκες του οποίου ο σφραγιδόλιθος εκτίθονταν από το 1869 μέχρι τον Β’ Π.Π. όταν και χάθηκαν τα ίχνη του. Το επιχείρημα εδώ είναι, ότι τα μεγάλα μουσεία ελέγχουν εξονυχιστικά την αυθεντικότητα των εκθεμάτων τους.

Ως προς τον προβληματισμό για την σύνδεση του εσταυρωμένου Ιησού με τον σφραγιδόλιθο: Το ισχυρότερο επιχείρημα των υποστηρικτών της μη σύνδεσης του Εσταυρωμένου Ιησού με τον σφραγιδόλιθο, που φέρει εγχάρακτη μορφή εσταυρωμένου και την επιγραφή ‘’ΟΡΦΕOC ΒΑΚΧΟC’’, είναι ότι το φυλακτό – σφραγίδα δεν είναι προχριστιανικό καθότι χρονολογείται μεταξύ του 2ου και 3ου αι. μ.Χ, συνεπώς η σταύρωση του Ιησού είναι 2 αιώνες προγενέστερη του σφραγιδόλιθου με τον εσταυρωμένο Ορφέα Βάκχο.

Οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης, της άποψης δλδ που θέλει το γεγονός της ευαγγελικής σταύρωσης του Ιησού να είναι κατασκευασμένο 5 αιώνες μετά την «πραγματική» σταύρωση, αντιτείνουν ότι δεν υπάρχουν παραστάσεις του εσταυρωμένου Ιησού προ του 5ου αιώνα. Αυτό ακριβώς υποστηρίζουν και οι συγγραφείς Freke και Gandy. Πράγματι. Ο ισχυρισμός των Freke και Gandy που υποστηρίζουν ότι παραστάσεις με την εικόνα του «εσταυρωμένου Ιησού» εμφανίζονται 5 αιώνες μετά την υποτιθέμενη σταύρωση, ευσταθεί απόλυτα. Η παλαιότερη απεικόνιση της σταύρωσης, που απεικονίζει τον Ιησού, είναι μία λειψανοθήκη από ελεφαντόδοντο (εικόνα 10) η οποία χρονολογείται γύρω 420 μ.Χ. Εκτός από τον Ιησού και τους μαθητές του απεικονίζει επίσης τον Ιούδα κρεμασμένο. Φέρει την επιγραφή REX IUD[AEORUM] και σώζεται στο Βρετανικό Μουσείο όπου και εκτίθεται (Dorothy King’s PhDiva, 8.20.2011, Early Images of the Crucifixion).

Ένας ακόμη βάσιμος ισχυρισμός των Freke και Gandy είναι ο εξής: σύμφωνα με την επίσημη χρονολόγηση, ο σφραγιδόλιθος που φέρει εγχάρακτη μορφή εσταυρωμένου και την επιγραφή ‘’ΟΡΦΕOC ΒΑΚΧΟC’’ προηγείται της Συνόδου της Νίκαιας! Αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα για τον εξής έναν λόγο: Σύμφωνα με μεγάλη μερίδα μελετητών των χριστιανικών γράφων, τα φερόμενα ως θεόπνευστα βιβλία της Βίβλου είναι κατασκευασμένα από τη Σύνοδο της Νίκαιας, η οποία όρισε τα πάντα για την χριστιανική πίστη, για την «θεϊκότητα» του Ιησού, για την γέννηση, για τη σταύρωση και την ανάσταση, για τον «διάβολο», ακόμη και για το τι θα περιλαμβάνει η Βίβλος. Σύμφωνα με τον υπαινιγμό των Freke και Gandy, η σταύρωση του Ιησού κατασκευάστηκε στη Σύνοδο της Νίκαιας από τον σφραγιδόλιθο που χρονολογείται μεταξύ 2ου και 3ου αι. και φέρει μορφή εσταυρωμένου και την επιγραφή ‘’ΟΡΦΕOC ΒΑΚΧΟC’’.

Η Ανάσταση

Ο ελληνικός κόσμος πίστευε στην ταφή και την ανάσταση ταυ Διόνυσου–Ζαγρέα, που ο μύθος του αποτελούσε κεντρική μυστηριακή λατρεία των Ορφικών. Ο Ζαγρεύς Διόνυσος, τέκνο του Δία και της Περσεφόνης, έλαβε από τον πατέρα του – ήδη από την παιδική του ηλικία– την εντολή να κυριαρχήσει στον κόσμο · γι’ αυτόν τον λόγο μισήθηκε από την Ήρα, η οποία με κάθε τρόπο αποζητούσε τον αφανισμό του.

Τα Ορφικά Μυστήρια – με την ιερή γραμματεία τους σε ποιητική μορφή- έφεραν νέα θρησκευτικά στοιχεία για την αθανασία της ψυχής, την ανάταση του ανθρώπου, τη μετενσάρκωση και για την ανταπόδοση των πράξεων. Ύψιστο αίτημα, η απαλλαγή του ανθρώπου από το γήινο -κτηνώδες και η ενίσχυση του ουράνιου – θείου στοιχείου του. Με την επίδραση του Ορφισμού οι θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής ξεκαθαρίζουν για τους μυημένους (καθαρούς). Ο άνθρωπος έχει προσωπική ευθύνη απέναντι στους θεούς, το αγαθό διακρίνεται από το κακό και είναι απαραίτητος ο σεβασμός προς το θείον. Στα Ελευσίνια Μυστήρια οι πιστοί εξαγνίζονταν από τις αμαρτίες τους και έπαιρναν μια γεύση της μετά θάνατον ζωής, ενώ στα Διονυσιακά Μυστήρια οι πιστοί μέσω του θρησκευτικού ενθουσιασμού γνώριζαν την έκσταση και το στοιχείο της απαλλαγής από τα δεσμά της ανθρώπινης φύσης. Σύμφωνα με τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πρόκλο, νόημα και σκοπός των μυστηρίων είναι η γονιμοποίηση της ψυχής από τον Θεό, ο οποίος γεννά εντός αυτής τον Λόγον, την ελευθερώνει από τη δύναμη της ύλης και έτσι καθιστά δυνατή τη γέννηση του πνεύματος στον μυημένον άνθρωπο.

Οι Αρχαίοι Έλληνες, μπορεί να πίστευαν με θέρμη στο Απολλώνιο φωτεινό στοιχείο, συνδύαζαν όμως ταυτόχρονα και το μυστηριακό-υποχθόνιο Διονυσιακό. Συνεπώς το βακχικό μεθύσι, ουσιαστικό γνώρισμα της διονυσιακής λατρείας καθώς και τα δρώμενα στα Μυστήρια της Δήμητρας οδηγούσαν στην υπέρλογη ορμή προς την αυτοθέωση και στην άρση των ορίων μεταξύ του ανθρώπινου και του θεϊκού («Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.», Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη, εκδ. Δίαυλος. σελ. 582-601).

Για τα απόκρυφα διονυσιακά Μυστήρια ο Γιαν Κοττ στην ανάλυσή του για τις «Βάκχες», από το έργο του «Θεοφαγία», αναφέρει: «Ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο η αρχομένη γονιμοποίηση της φύσης και η ετήσια ανανέωσή της σχετίζονται με την επίσκεψη στη γη του γιου τον Θεού, με τον φόνο και την ανάστασή του, είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους και σταθερούς μύθους, που συναντάμε σε πολύ απομακρυσμένους και διαφορετικούς πολιτισμούς, όπως και στον μεσογειακό…». Σημειώνεται ότι ένας θεός, που πάσχει, πεθαίνει, ενώ στη συνέχεια ξαναγεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους και συμμερίζεται τη μοίρα τους, είναι πολύ κοντά τους, με άμεση συνέπεια να κατέχει κυρίαρχο ρόλο στα Ορφικά Μυστήρια.

Ο Διόνυσος – Ζαγρεύς είναι ο θεός Σωτήρας των Ορφικών και το πάθος του αποτελεί τον πυρήνα των μυστηριακών τελετών τους. Σύμφωνα με τον Δ.Γ. Χιώνη η λατρεία του είναι: η κατ’ εξοχήν σωτηριακή θρησκεία, που στηρίζεται στον θνήσκοντα θεό που μέσα από την πολυδύναμη μορφή του Διόνυσου Ζαγρέα θα ταυτιστεί με τον Χριστό. Πάνω σ’ αυτό, λέει ο Ιουστίνος: «Ἰησοῦν Χριστόν–Σταυρωθέντα καί ἀποθανόντα καί ἀναστάντα– οὐ παρά τούς παρ’ ὑμῖν λεγομένους υἱούς τοῦ Δία καινόν τι φέρομεν». Αλλά και ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να ξαναγυρίσει στη σύγκριση του Ιησού με τον Διόνυσο Ζαγρέα. Αναφερόμενος στον Διόνυσο Ζαγρέα αναφέρει: «υἱόν τοῦ υπέρτατου θεοῦ τόν διασπαραχθέντα καί ἀποθανόντα ἀναστήναι, εἰς οὐρανόν τε ἀνεληλυθέντα ἱστορῶσι καί οἲνον ἐν τοῖς μυστηρίοις αὐτοῦ παραφέρωσιν» («Τόν υἱόν τοῦ ὑπέρτατου θεοῦ πού κατακρεουργήθηκε, ἀπέθανε, ἀναστήθηκε καί ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό ἐξιστορούν καί οἶνον προσφέρουν στίς τελετές του», Από τον Ορφέα ως τον Χριστό, Εκδ. Άμιλλα, Αθήνα, σελ. 71). Ομοίως και ο Γ. Κορδάτος, στο βιβλίο του «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός» (Β’ τόμος, 1975), αναφέρει: «Ὁ χριστιανισμός ὂχι μόνον πήρε πολλά δάνεια ἀπό τήν ἀρχαία ἐλληνική φιλοσοφία γιά νά μπορέσει νά τά βγάλει πέρα στήν ἰδεολογική του πάλη, μά καί πῆρε καί πολλά λατρευτικά στοιχεία ἀπό τόν ἀρχαῖο κόσμο καί πολλές ἀπό τίς ἑορταστικές του συνήθειες». Και συνεχίζει γράφοντας: «Οἱ χριστιανοί μιά πού οἱ πιό πολλοί προέρχονταν ἀπό τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο, ἒφεραν μαζί τους καί τήν τελετουργική διακόσμηση τῶν ναῶν τους καί κυρίως τῶν μυστηριακῶν τελεστηρίων. Ἒτσι οἱ χριστιανικοί ναοί στό ἐσωτερικό τους κράτησαν τό βωμό καί πολλά σύμβολα τοῦ Ὀρφισμοῦ καί τῆς μυστηριακής λατρείας τοῦ Διονύσου. Ἓνα μεγάλο μέρος ἀπό τό τυπικό τῆς παράστασης τῆς ἀρχαίας τραγωδίας – δηλ. τό διονυσιακό τελετουργικό στοιχεῖο της– μεταφέρθηκε καί στους χριστιανικούς ναούς» (σελ. 297).

[Αναφορικά με το «άγιο φως» της χριστιανικής αναστάσεως, που κατά το χριστιανικό δόγμα είναι η φωτιά («φως») η οποία συμβολίζει την ανάσταση του Χριστού και μεταδίδεται από τον αρχιερέα στους πιστούς κατά την τελετή της αναστάσεως και στη συνέχεια μεταφέρεται στα σπίτια των πιστών, λεκτέο ότι: Πρόκειται για αυτούσια μεταφορά του Δηλιακού Φωτός στη χριστιανική λατρεία. Τη νύχτα της γέννησης της πρωτότοκης Αρτέμιδος και του δευτερότοκου Απόλλωνα θα ανάψουν οι πυρσοί της ημέρας και της νύχτας. Τα Καβείρια μυστήρια δεν ξεκινούσαν εάν δεν έφτανε το Φως της Δήλου που μοιράζονταν στα σπίτια μετά από ενεαήμερη συσκότιση. Το Φως της Δήλου έχει για την αρχαιότητα την ίδια πανηγυρική σημασία που σφετερίστηκαν οι χριστιανοί, αιώνες μετά, για το «άγιο φως» των Ιεροσολύμων]

Η λατρεία του θεού Διόνυσου που εισέδυσε στην κυρίως Ελλάδα πιθανώς από τη Θράκη τον 8ο π.Χ. αιώνα, σχεδόν αυτόματα συνδυάστηκε και συγχώνευσε προγενέστερες παγανιστικές αγροτικές τελετές γύρω από τον θάνατο και την ανάσταση των γονιμοποιών θεών της φύσης. Σύμφωνα με τους Freke και Gandy, σε μία επιγραφή από την Θάσο, ο Διόνυσος περιγράφεται ως «θεός που ανανεώνει τον εαυτό του και επιστρέφει κάθε χρόνο αναζωογονημένος» [Col.VFG, 280]. Πάνω σ’ αυτό ακριβώς το θέμα ο Γιαν Κοττ καταλήγει: «Ο αναστημένος Διόνυσος κατέβηκε στην κόλαση για να απελευθερώσει τη νεκρή του μητέρα Σεμέλη. Ύστερα ανέβηκε στον Όλυμπο κι έγινε δεκτός στον κύκλο των αθανάτων. Η Σεμέλη μεταμορφώθηκε στην Περσεφόνη, που μόλις αρχίζει ο χειμώνας πηγαίνει στον Κάτω Κόσμο και ξαναγυρίζει στον Επάνω, με το τέλος τον χειμώνα για να σμίξει με τον ανοιξιάτικο Διόνυσο».

«Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου» τιτλοφορείται το δοκίμιο και τα σημειωματάρια της περιόδου 1869-1873 του Φρ. Νίτσε. Σ’ αυτή την έκδοση παρουσιάζονται τα πρώτα δοκίμια και σημειωματάρια του νεαρού τότε φιλολόγου Νίτσε, εκεί που χαράζει για πρώτη φορά το όνομα του Απόλλωνα και του Διονύσου, και παρακολουθούμε την εξέλιξη της σκέψης του καθώς ανιχνεύει τι αίνιγμα του αρχαιοελληνικού κόσμου και της Τέχνης. («Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου», εκδόσεις Κατάρτι, 2009, ISBN 978-960-6671-30-2).

Σημειωτέων ότι στις τελευταίες του επιστολές ο Νίτσε υπογράφει άλλες φορές ως «Διόνυσος» και άλλες ως «Εσταυρωμένος». Ο Νίτσε ήταν που – πριν πεθάνει, με βαριά κλονισμένη την υγεία του, στην τελευταία φράση του τελευταίου του βιβλίου Ecce Homo – επέλεξε μεταξύ των Απόλλωνα και Διονύσου όχι τον αντιπροσωπευτικό θεό του φωτός, της αρμονίας, του μέτρου και της γνώσης Απόλλωνα, αλλά τον θεό της έκστασης και του πάθους, τον Διόνυσο, υπογράφοντας το βιβλίο καθαρά: «Ο Διόνυσος εναντίων του Εσταυρωμένου».

Στη μικρή ανθολόγηση «Το κατορθωμένο σώμα – Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός», διαβάζουμε για το σικελιανικό σμίξιμο του Διόνυσου με τον Χριστό: «Το πιο έντονο στοιχείο της κοσμοθεωρίας του Άγγελου Σικελιανού είναι η ταύτιση του Χριστού με τον Διόνυσο (….) και γενικά της χριστιανικής θεματολογίας με αρχαιοελληνικούς ύμνους». Από το «Αρχείο Πολιτισμού» της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας «Καθημερινή» (17.07.2001), διαβάζουμε: ‘’Στη σικελιανική ποίηση, δεσπόζει ο «αιώνιος θεός», ο οποίος ονομάζεται ο Διόνυσος, λ.χ. στο ποίημα «Ελεύτερα Δωδεκάνησα». Ίσως θα ήμασταν πιο κοντά στα πράγματα και στα ονόματα αν λέγαμε ότι ο Σικελιανός ανάστησε τον Διόνυσο (…)’’. ‘’Ο Σικελιανός λοιπόν συνθέτει τη θεολογία του με άξονα τον «Ελεύτερο Θεό» Διόνυσο, τον «Εσταυρωμένο Βάκχο». «Ω Πάσχα, / πανσεβάσμιο Πάσχα! / Ω Ίακχε! / Απόλλωνα! / Ιησού!» αναφωνεί στο ποίημά του «Διόνυσος-Ιησούς», μια από τις διαυγέστερες εκτυπώσεις του συγκρητιστικού του πάθους, που φέρνει στο νου το ποίημα «Άρτος και Οίνος» του Φρίντριχ Χέλντερλιν. «Ω Λόγε-Διόνυσε! (…) Τεράστιε Βάκχε! (..) Ω Λόγε-Ελλάδα» επανέρχεται στο ποίημα «Απόλλων Διονυσόδοτος». «Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου» προσεύχεται στο «Διόνυσος επί λίκνω»’’.

Ο Σεφέρης, αναφερόμενος στο σικελιανικό σμίξιμο του Διόνυσου με του τον Χριστό, πηγαίνοντας στα λόγια του Σικελιανού είπε: «Στην Ελλάδα, ξέρετε, ο Διόνυσος είναι κι αυτός ένας Εσταυρωμένος».

Advertisements