Βυζάντιο: η Αυτοκρατορία του Σκότους

Η ιστορική περίοδος που διανύουμε συνιστά απαρχή ευθείας αμφισβήτησης του μεταβυζαντινού θεοκρατικού μορφώματος, που σκέπασε το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, στον τόπο που το Φως γεννήθηκε και εκλύθηκε, και βύθισε τους έλληνες σε βαθύ πνευματικό σκοτάδι. Οι έλληνες, ωσάν άλλοι εβραίοι, ζήσαμε 2000 χρόνια χωρίς πνευματική πατρίδα, αποκομμένοι πλήρως από τις Αρχές και τις Αξίες του το Αρχαίου Ελληνικού Ιδεώδους. Τα τελευταία 200 χρόνια υποστήκαμε βίαιο αφελληνισμό από το νεοβυζαντινό θεοκρατικό μόρφωμα που αυτοαποκαλείται «ελληνικό» κράτος • το ανοσιούργημα αυτό που γεννήθηκε στη βεβήλωση της Δήλου, με την αποξήλωση των ιερών των Δηλιογεννημένων Απόλλων και Άρτεμις, από τα μάρμαρα των οποίων κατασκευάστηκε η εκκλησία της Παναγίας της Τήνου, που κτίστηκε στα λείψανα ναού των Ποσειδώνα και Αμφιτρίτης. Οι μεσαιωνικές ανθελληνικές πρακτικές του βυζαντινοχριστιανικού μιάσματος συνεχίστηκαν ως τις μέρες μας (από το θεοκρατικό υβρίδιο της μεταπολίτευσης), με αιχμή την αποκοπή των ελλήνων από την Αρχαία Ελληνική Κληρονομιά μας, μέσω της αυστηρά ελεγχόμενης παιδείας στα ανθελληνικά σχολεία.

Βυζάντιο: η Αυτοκρατορία του Σκότους

Οι βυζαντινοί, οι χειρότεροι διώκτες του Ελληνισμού, ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκαν ως έλληνες. Το συνηθισμένο όνομα της αυτοκρατορίας, αυτό που απαντάται στα επίσημα κείμενα της αυτοκρατορίας, στους χρονικογράφους και τους ιστορικούς της εποχής είναι «το Κράτος», «Η Βασιλεία των Ρωμαίων», «Το Χριστιανικό Κράτος», «Το Ορθόδοξον Βασίλειον», «η Ρωμανία». Οι πολίτες της αυτοκρατορίας προσδιορίζονταν ως «ρωμαίοι». «Έλληνας» για τους βυζαντινούς ήταν όρος υβριστικός, επειδή σήμαινε λάτρης της αρχαίας (ελληνικής) θρησκείας. Ο «έλληνας» ως εθνοτικός και φυλετικός προσδιοριστικός όρος είχε ταυτιστεί με την «παλιά» θρησκεία, που λόγω χριστιανισμού έπρεπε να εκριζωθεί βίαια, λόγος για τον οποίο όσοι αυτοπροσδιορίζονταν έλληνες μαρτύρησαν χύνοντας το αίμα τους στο όνομα της βυζαντινής θεοκρατίας. Ο Ελληνισμός επιβίωνε εντός της αυτοκρατορίας χωρίς εθνική υπόσταση, διωκόμενος ανηλεώς ως έθνος και ως πολιτισμός.

Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, οι θεωρούμενοι ως εκλεκτοί του χριστιανικού θεού και ηγέτες όλων των υπολοίπων κρατών, οι αιμοσταγείς αυτοί διώκτες των ελλήνων, οι καταστροφείς των ελληνικών ναών, που ο πεπλανημένος λαός μας προσκυνά ως… «αγίους», δεν στερούνταν ελληνικής καταγωγής μόνο, αλλά και ελληνικής συνείδησης. Ήταν βούλγαροι, ίβηρες, αρμένιοι, ίσαυροι, καρδούχοι, ιλλυριοί, σλάβοι, φράγκοι, και ελάχιστοι έλληνες με μικτή καταγωγή (από γονέα έλληνα).

Στους πίνακες που ακολουθούν [εικόνες 1-4] φαίνεται αναλυτικά η εθνική καταγωγή καθενός από τους αλλοεθνείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου (δεν κατέστη δυνατό να βρω την πρωτότυπη πηγή καθόσον οι παρατιθέμενοι πίνακες κυκλοφορούν ευρέως στο διαδίκτυο).

Συνεκτικό στοιχείο της αυτοκρατορίας δεν ήταν ανέκαθεν η ελληνική γλώσσα, ούτε, ασφαλώς, η ελληνική συνείδηση, όπως το νεότερο θεοκρατικό μόρφωμα προπαγανδίζει. Συνεκτικός δεσμός του Βυζαντίου ήταν το κοινό θρήσκευμα, η χριστιανική θρησκεία, η οποία επιβλήθηκε από άκρη σε άκρη της αυτοκρατορίας με βίαιο εκχριστιανισμό. Ο χριστιανισμός καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία μετά το έτος 380, με τον ορθόδοξο χριστιανισμό να επικρατεί απόλυτα μετά το 1054.

Σε ότι αφορά στην κοινή γλώσσα, ήτοι την ομιλούμενη ελληνική ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, πράγματι, η ελληνική καθιερώθηκε μετά το έτος 620 ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας κυρίως λόγω του ότι ο χριστιανισμός βασίστηκε και διαδόθηκε στην ελληνική, γεγονός που εξυπηρετούσε τη θεοκρατία • επίσης επειδή στην Ασία και την Αίγυπτο μιλούσαν Ελληνικά από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Ως δεύτερη γλώσσα οι βυζαντινές ελίτ μιλούσαν τα λατινικά, που ήταν η επίσημη γλώσσα πριν το 620. Δεν πρέπει σε καμία όμως περίπτωση να συγχέεται η χρήση της ελληνικής γλώσσας με την ελληνική συνείδηση και καταγωγή. Η κοινή επίσημη (ελληνική) γλώσσα εξυπηρετούσε τις ανάγκες αποτελεσματικής διοίκησης της αχανούς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, που από τη φύση της κατείχε εδάφη που κάλυπταν τεράστιες γεωγραφικές περιοχές, με την κάθε περιοχή να έχει τη δική της γλώσσα και ξεχωριστή εθνοτική ταυτότητα. Το γεγονός της χρήσης της ελληνικής (ως επίσημης) από τα κατεχόμενα έθνη, ουδόλως συνεπάγεται ότι οι υπό κατοχή πληθυσμοί είχαν και συνείδηση ελληνική!

Για να γίνει αντιληπτό ότι η γλώσσα δεν είναι δηλωτική ούτε εθνικής συνείδησης, πόσο μάλλον εθνικής καταγωγής, αρκεί το παράδειγμα της γαλλόφωνης Αφρικής, ως πρώην γαλλικής αποικίας • το σύνολο σχεδόν των μπανανιών της Αφρικής ομιλεί ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα τη γαλλική αλλά οι πολίτες των μπανανιών δεν είναι γάλλοι ούτε στη συνείδηση ούτε στην καταγωγή. Το ίδιο ισχύει και με τις πρώην ισπανικές και πορτογαλικές αποικίες της Λατινικής Αμερικής. Πορτογαλία και η Ισπανία πρωτοστάτησαν στην ευρωπαϊκή εξερεύνηση του πλανήτη και εγκαθίδρυσαν τεράστιες πολυπληθείς αυτοκρατορίες, στις οποίες επίσημη γλώσσα ήταν η πορτογαλική και ισπανική. Ακόμη και σήμερα οι χώρες της Λατινικής Αμερικής μιλούν την πορτογαλική και την ισπανική (ως μητρική γλώσσα) αλλά οι βραζιλιάνοι και οι αργεντινοί δεν είναι πορτογάλοι και ισπανοί ούτε στη συνείδηση ούτε στην καταγωγή, παρότι έχουν κοινό συνεκτικό δεσμό (πλην της κοινής γλώσσας και) τον καθολικισμό • καθολικοί είναι: 94 % των ισπανών, 86,9% των πορτογάλων, 73,6% των βραζιλιάνων και 78% των αργεντινών. Οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, το Χονγκ Κονγκ, η Ινδία, η Κύπρος, η Μάλτα, η Ζιμπάμπουε, η Νότια Ροδεσία, η Γουιάνα, η Τζαμάικα, τα Μπαρμπάντος και τα υπόλοιπα νησιά της ανατολικής Καραϊβικής, αποτελούσαν μεταξύ άλλων τις κτήσεις, τις αποικίες, τα προτεκτοράτα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (British Empire). Επίσημη γλώσσα ήταν -και στις περισσότερες χώρες εξακολουθεί να είναι – η αγγλική γλώσσα. Μάλιστα οι ανομοιογενείς εθνοτικά πληθυσμιακές ομάδες των παραπάνω περιοχών, που μεταξύ 1945 και 1965 αριθμούσαν τα 700 εκατομμύρια πληθυσμό, ήταν όλοι πολίτες υπό βρετανική κυριαρχία έξω από το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι προφανές ότι, οι αγγλόγλωσσοι πολίτες των παραπάνω χωρών δεν ήταν και δεν είναι βρετανοί ούτε στη συνείδηση ούτε στην καταγωγή, παρότι οι περισσότεροι από αυτούς εξακολουθούν να είναι (και) χριστιανοί στο θρήσκευμα. Τέτοια ακριβώς περίπτωση ήταν και η ελληνική γλώσσα (ως επίσημη) στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Σε ότι αφορά την άποψη σύμφωνα με την οποία τους τελευταίους τρεις αιώνες της αυτοκρατορίας η κυριαρχούσα συνείδηση ήταν η ελληνική, λεκτέα τα εξής: Μετά τους πρώτους τέσσερις αιώνες της αυτοκρατορίας οπότε και εκριζώθηκε βίαια ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός, οι διωγμοί κατά των ελλήνων Εθνικών σταδιακά περιορίστηκαν. Αργότερα, έχοντας ο χριστιανισμός επικρατήσει πλήρως έναντι τις Πατρώας Ελληνικής θρησκείας, οι διωγμοί σταμάτησαν. Έκτοτε θεμέλιο της βυζαντινής αυτοκρατορίας αποτέλεσε η χριστιανοσύνη υπό την ελληνική γλώσσα, ενώ από το 1054 και μετά ορθοδοξία και ελληνική γλώσσα αποτέλεσαν θεμέλιο της αυτοκρατορίας (ανάλογα, θεμέλιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε το Στέμμα και η αγγλική γλώσσα).

Όσοι επικαλούνται «κυρίαρχη ελληνική συνείδηση» στο Βυζάντιο, ιδίως τους τελευταίους τρεις αιώνες της αυτοκρατορίας, ΔΕΝ την εννοούν ως «ελληνική» με την έννοια των Αρχών και των Αξιών του Αρχαίου Ελληνικού Ιδεώδους, ΑΛΛΑ την εκλαμβάνουν ως αμιγώς «ελληνοχριστιανική» (ορθόδοξη χριστιανική πίστη + ελληνική γλώσσα) ΑΠΟΚΛΕΙΟΜΈΝΩΝ ΠΛΉΡΩΣ ΤΩΝ ΑΡΧΏΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΞΙΏΝ ΤΟΥ ΑΡΧΑΊΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΎ · σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η παραχάραξη της Ιστορίας: ελληνισμός = ορθόδοξος χριστιανισμός με βίαιη αποκοπή της Αρχαίας Ελληνικής Κληρονομίας από την έννοια «Ελληνισμός». Αυτή ακριβώς είναι και η ιδεολογία που κυριάρχησε στις κοσμικές και θρησκευτικές ελίτ του θεοκρατικού «ελληνικού» μορφώματος που ιδρύθηκε μετά την επανάσταση του 1821. Όταν η εγχώρια θεοκρατία λέει «Βυζάντιο = ελληνισμός», στην πραγματικότητα εννοεί την τελική επικράτηση του ελληνοχριστιανισμού επί των Αρχών και των Αξιών του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού. Επίσης ότι, «ΠΟΤΕ δεν παραιτούμαστε από τη μάχη κατά του Αρχαίου Ελληνικού Ιδεώδους και όσα αυτό πρεσβεύει». Αυτό είναι και το πραγματικό δράμα του Ελληνισμού, η μεγάλη συμφορά που βρήκε τον Ελληνισμό.

Η ουσία του δράματος του Ελληνισμού αποτυπώνεται στις θέσεις που διατυπώνονται στο «εις τον άγιον Ιωάννην τον απόστολο κι ευαγγελιστή» (59,370,7-11), που λέγει τα εξής εκπληκτικά που δείχνουν την απέχθεια και το μίσος του για τον ελληνικό πολιτισμό: «Αν κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτα υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών γεμάτος ακαθαρσίες και πύον και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια… εμείς δεν παραιτούμαστε της κατ’ αυτών μάχης». Το «ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΑΧΗΣ» αποτέλεσε τον ιδεολογικό και θεολογικό πυρήνα του βυζαντινού μιάσματος, όπως εξάλλου και των συνεχιστών του ως την περίοδο της ύστερης μεταπολίτευσης.

Την επαναφορά του όρου «έλληνας» οφείλουμε εν πολλοίς στην εμμονή των Δυτικών να μην ταυτίζονται οι βυζαντινοί (οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν «ρωμαίοι») με την εκχριστιανισμένη «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία». Μετά το σχίσμα των εκκλησιών, οι Δυτικοί αποκαλούσαν την «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» ως “Royaume de Grece” (“Emperum Graecorum”) διότι θεωρούσαν ύβρη να χρησιμοποιείται το όνομα της Αυτοκρατορίας από τους «σχισματικούς».

Το «ελληνικό» θεοκρατικό μόρφωμα ως συνεχιστής του Βυζαντίου

Από την ίδρυση του «ελληνικού» υβριδίου μετά την επανάσταση του 1821, η ελληνόγλωσση ορθόδοξη εκκλησία, ύστερα από 400 χρόνια στενής συνεργασίας του Πατριαρχείου με την Οθωμανική Πύλη, εγκατέστησε στην ελληνική γεωγραφική επικράτεια ένα στυγνό καθεστώς θεοκρατίας που καταδυναστεύει τον Ελληνισμό ως τις μέρες μας.

[Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ προχώρησε στον αφορισμό του Πατριαρχείου κατά της Φιλικής Εταιρείας και του κινήματος Αλέξανδρου Υψηλάντου και Μιχαήλ Σούτσου. Έτσι αφόρισε την επανάσταση των ελλήνων κατά της Οθωμανικής Πύλης. Την απόφαση για αφορισμό την έλαβε σώμα 72 εκπροσώπων της ρωμιοσύνης της Κωνσταντινούπολης μεταξύ των οποίων ιερείς και πολιτικοί]

Με την ίδρυση του «ελληνικού» κράτους η ελληνόγλωσση θεοκρατία είδε τον εαυτό της ως… συνεχιστή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας!! Υπήρχε όμως σε αυτό ένα ιστορικό πρόβλημα: Καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βυζάντιο και Ελληνισμός ήταν έννοιες ασύμβατες μεταξύ τους • το Βυζάντιο υπήρξε Μέγας Διώκτης του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού. Το Βυζάντιο έκαψε, γκρέμισε, λεηλάτησε τους Ελληνικούς ναούς, κατάσφαξε τους έλληνες Εθνικούς, έκαψε ή πούλησε στους Δυτικούς τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα, έκλεισε τις Φιλοσοφικές Σχολές και στη θέση τους διέδωσε τον Σχολαστικισμό (δηλαδή την υποταγή της φιλοσοφίας στη θρησκεία), κατήργησε την Ιπποκράτειο Ιατρική ως εργαλείο του διαβόλου εισάγοντας μαζικά ως θεραπευτική μέθοδο τους εξορκισμούς, κατήργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αντικατέστησε την χαρά και το Φως της Αρχαίας Ελλάδος με το σκοτάδι της φρίκης, του θανάτου, του ολέθρου, την υποταγή, την υπακοή, την κακοποίηση του σώματος με τον ασκητισμό και τις εξαντλητικές νηστείες που καταβάλουν σώμα και πνεύμα. Ο συγγραφέας Τζόζεφ Μακ Κέϊμπ παραδέχθηκε: «Το Βυζάντιο επί δέκα ολόκληρους αιώνες δεν κατόρθωσε να παράξει ούτε ένα βιβλίο που να διαβάζεται σήμερα από έναν καλλιεργημένο άνθρωπο».

[«Διατάσσουμε όλα τα ιερά και οι ναοί των Ελλήνων, όσα βρίσκονται ακόμα άθικτα, να καταστραφούν με διαταγή των τοπικών αρχών και να εξαγνιστούν με την ύψωση του σημείου της σεβαστής χριστιανικής θρησκείας. Αν με επαρκείς αποδείξεις ενώπιον ικανού δικαστή εμφανιστεί κάποιος που έχει παραβλέψει αυτόν τον νόμο, θα τιμωρηθεί με την ποινή του θανάτου». Με αυτό το περιεχόμενο εξεδόθη διάταγμα από τους αυτοκράτορες Θεοδόσιο και Βαλεντιανό προς Ισίδωρον, Έπαρχο Πραιτωρίου, στις 14 Νοεμβρίου 435 μ.Χ. «Επειδή μερικοί συνελήφθησαν (αν και αξιώθηκαν το χριστιανικό βάφτισμα) διακατεχόμενοι την πλάνη των ανόσιων μυσαρών Ελλήνων, να διαπράττουν εκείνα που δικαιολογημένα εξοργίζουν τον φιλάνθρωπο Θεό μας, αυτοί θα υποβληθούν στην αντίστοιχη τιμωρία και μάλιστα με πνεύμα επιείκειας. Αν επιμείνουν στην πλάνη των Ελλήνων, θα υποβληθούν στην εσχάτη των ποινών. (…) Θεσπίζουμε αυτούς τους νόμους για τους αλιτήριους Έλληνες». (Ιουστινιάνειος κώδικας 1.11.10).

Ο Κωνσταντίνος, ο αποκαλούμενος από τη μεταβυζαντινή θεοκρατία και ως «Μέγας», ο αιμοσταγής αυτός διώκτης των ελλήνων που ο πεπλανημένος λαός μας προσκυνά ως «άγιο» (!), συντρίβει τον ανταγωνιστή του Λικίνιο και αναγνωρίζει τον χριστιανισμό ως εναλλακτική λατρεία της αυτοκρατορίας. Λεηλατεί το Μαντείο του Διδυμαίου Απόλλωνος και της Αρτέμιδας κοντά στην Μίλητο και θανατώνει με βασανιστήρια όλους τους ιερείς του. Στο «άλσος της Αρτέμιδος», το αποκαλούμενο από τους σφετεριστές της Ιστορίας «Άγιον Όρος» και «Περιβόλι της Παναγιάς», εξαπολύει μέγα διωγμό κατά των Εθνικών ελλήνων, καταστρέφονται όλα τα εκεί ελληνικά Ιερά, εκριζώνεται βίαια η λατρεία της Αρτέμιδας, ξεθεμελιώνεται ακόμη και το μεγαλειώδες άγαλμα του Δία που έστεκε στην κορυφή του όρους Άθως (βλ. Χερσόνησος του Άθω: Από «Άλσος της Αρτέμιδος» και «Άλσος των Μουσών» έγινε «Άγιον Όρος» και «περιβόλι της Παναγίας»! )

Ο «Μέγας» Κωνσταντίνος ΔΕΝ ήταν έλληνας. Το όνομά του ήταν Flavius Valerius Aurelius Constantinus. Γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του έτους 272 στην πόλη Ναϊσσός της Μοισίας (στην πόλη Νας της σημερινής Σερβίας). Πατέρας του ήταν ο Gaius Flavius Valerius Constantius ο οποίος ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας. Μητέρα του αποκαλούμενου «Μεγάλου» Κωνσταντίνου ήταν η Flavia Iulia Helena Augusta γνωστή στους σύγχρονους έλληνες ως… Αγία Ελένη (!) γεννημένη στη Βιθυνία της σημερινής τουρκικής επαρχίας Γιάλοβα. Ο πατέρας της ήταν ξενοδόχος, ενώ ο Φιλοστόργιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία (Hist. Eccl., 2.16) την κατηγορεί ότι ήταν «κοινή γυναίκα», όχι πολύ διαφορετική από τις πόρνες (Wikipedia).

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Flavius Theodosius Augustus (379 – 395), γεννημένος στην επαρχία της Γαλικίας στη Βορειοδυτική Ισπανία, ο αποκαλούμενος από την ορθόδοξη θεοκρατία «Άγιος Θεοδόσιος ο Μεγάλος ο βασιλεύς», ο οποίος κατά την ανθελληνική προπαγάνδα «ήταν πρότυπο ηγεμόνος, πλήρης ευσέβειας και δικαιοσύνης και είχε το χάρισμα της ταπεινώσεως και της συνεχούς μετάνοιας», αποτέλεσε τον σκληρότερο διώκτη των ελλήνων και του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού (Wikipedia, Εφημ. Το Βήμα , «Θεοδόσιος A» ο Μέγας 347-395: Ο διώκτης της ειδωλολατρίας» – σημ: «Ο διώκτης της ειδωλολατρίας» γράφει το εργαλείο προπαγάνδας του ανθελληνικού καθεστώτος, η εφημερίδα «το Βήμα», αντί του ορθού «Ο διώκτης των ελλήνων και του Ελληνικού Πολιτισμού» – Αν όμως έγραφε «ο διώκτης των ελλήνων και του Ελληνικού Πολιτισμού», θα ξεκινούσε πόλεμος από το παρακράτος της Εκκλησίας, αρχής γενομένης με κόψιμο μαχαίρι της διαφήμισης της Εθνικής Τράπεζας από τα έντυπα του ΔΟΛ). Ο Θεοδόσιος φρόντισε για τα μεγαλειώδη ανθελληνικά νομοθετήματα εκριζώνοντας βίαια την Ελληνική θρησκεία κατασφάζοντας τους έλληνες Εθνικούς. Μεγαλοπρεπείς ελληνικοί ναοί καταστράφηκαν, μεταξύ άλλων ο περίφημος ναός του Σεράπιδος στην Αλεξάνδρεια, ο περικαλλής ναός στην Απαμεία και πολλοί άλλοι. Οι τελετουργίες των Αρχαίων Ελλήνων απαγορεύτηκαν, ενώ το 394, κατήργησε διά νόμου, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, με το σκεπτικό ότι χρησίμευαν στη διατήρηση της πλάνης των ειδώλων. Ιστορική για τη σκληρότητά της έχει μείνει η σφαγή 15.000 θεσσαλονικέων στον Ιππόδρομο το 390 μ.Χ., με διαταγή του Θεοδοσίου, ως τιμωρία για την εξέγερση εναντίον της φρουράς του, που αποτελούταν από Γότθους υπό τον Βουτέριχο. Όταν ο Θεοδόσιος πληροφορήθηκε τα γεγονότα εξοργίστηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει σκληρά τη Θεσσαλονίκη. Η βάρβαρη γοτθική φρουρά της πόλης εκτέλεσε την τιμωρία που διέταξε ο Θεοδόσιος με σατανικό τρόπο. Την επόμενη μέρα ο λαός προσκλήθηκε στον Ιππόδρομο τάχα για να παρακολουθήσει τους αγώνες. Κι όταν το ανυποψίαστο πλήθος συγκεντρώθηκε και παγιδεύτηκε, ξεχύθηκαν μέσα στον ιππόδρομο οι Γότθοι στρατιώτες και άρχισαν να σφάζουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, χωρίς διάκριση. Τα θύματα της φοβερής αυτής σφαγής έφτασαν τις 7.000 ή, κατ’ άλλους, τις 15.000. Αυτό αποτέλεσε ένα από τα τραγικότερα σημεία της Βυζαντινής ιστορίας (Wikipedia). Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Θεοδόσιος τον Φεβρουάριο του 380 καθιέρωσε τον «θρίαμβο της ορθοδοξίας» και υπέβαλε ως επίσημη υποχρεωτική θρησκεία τον χριστιανισμό. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον χριστιανισμό ο Θεοδόσιος ονομάστηκε «Μέγας».

Σημειωτέων ότι ούτε το όνομα «Κωνσταντίνος» είναι ελληνικό. Το ίδιο ισχύει και το τοπωνύμιο «Κωνσταντινούπολη» (Ιστανμπούλ). Κωνσταντίνος κ. με συγκοπή του -ντίνος: Κώστας κ. Κωστής. Επίσης: Ντίνος, Κωνσταντής κ. Κωσταντάς, διαλ. Κωτίκας κ. Κωστίκας, Κώτσος // θηλ. Κωνσταντίνα κ. Κωνσταντία κ. Κωστάτζα κ. Κωστούλα. Το ΕΛΝΣΤ αυτό όνομα που διαδόθηκε προέρχεται από το λατινικό όνομα Constantinus, το όνομα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, < επίθ. constans και σημαίνει «σταθερός, βέβαιος», οπότε θα σήμαινε «υπομονετικός» ή «αποφασιστικός». Πέραν των λατινικών ονομάτων, κυρίαρχα στην μεταβυζαντινή Ελλάδα είναι και τα εβραϊκά. Είναι ονόματα εβραϊκής προέλευσης που επιβλήθηκαν λόγω της σημασίας τους για τον χριστιανισμό. Σε αυτά περιλαμβάνονται ονόματα: του Χριστού (Εμμανουήλ), της Παναγίας (Μαρία), του Προδρόμου (Ιωάννης), των Αποστόλων (π.χ. Ιάκωβος), και τέλος σημαντικών προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης (π.χ. Ηλίας, Δανιήλ). Εβραϊκής προέλευσης είναι τα: Άννα, Εμμανουήλ, Ηλίας, Θωμάς, Ιάκωβος, Ιωάννης, Μαρία, Ματθαίος, Μιχαήλ, Σάββας. Η συντριπτική πλειονότητα των ονομάτων που μάς κληροδότησε η εκκλησιαστική παράδοση ανήκει στην εποχή από τον 3ο αιώνα π.Χ. ως την εποχή του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα μ.Χ. (που είναι τα όρια της ελληνιστικής περιόδου της ελληνικής γλώσσας). Τα ονόματα που μας κληροδότησε η εκκλησιαστική παράδοση είναι τα: Αθανάσιος, Αικατερίνα, Αναστάσιος, Ανδρέας, Βασίλειος , Γεώργιος , Γρηγόριος, Ελευθέριος, Ευθύμιος, Ευστάθιος , Ευστράτιος, Θεοφάνης, Κυριάκος , Παντελεήμων, Πέτρος, Σπυρίδων, Σωτήριος, Χαραλάμπης, Χρήστος. Ρωμαϊκά είναι τα: Κωνσταντίνος, Λουκάς, Μαρίνα, Παύλος. Μεσαιωνικά είναι τα: Αργύρης, Γεράσιμος, Παναγιώτης, Φανούριος, Σταύρος. Ελληνικά ονόματα από την αρχαία ελληνική παράδοση είναι τα: Αθηνά, Αλέξανδρος, Αλκιβιάδης, Αντιγόνη, Αριστείδης, Ασπασία, Αφροδίτη, Αχιλλεύς, Δημοσθένης, Ερασμία, Ευγενία, Ευριπίδης, Ηρακλής, Θεμιστοκλής, Θρασύβουλος, Ιάσων, Ιφιγένεια, Καλλιόπη, Κλειώ, Κλεοπάτρα, Λεωνίδας, Μελπομένη, Μενέλαος, Μιλτιάδης, Ξενοφών, Οδυσσέας, Περικλής, Πηνελόπη, Πολυξένη, Σωκράτης, Τηλέμαχος, Χαρίκλεια, Χαρίλαος. (Γιώργος Μπάτζιος – Μαρία Γαλάνη, υλικό από ραδιοφωνικές εκπομπές, υπεύθυνος σειράς: Γ. Μπαμπινιώτης, κείμενο στο μονοτονικό)]

Η παραχάραξη της Ιστορίας – Η απέχθεια και το άσβεστο μίσος των εκκλησιαστικών ελίτ για τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό – Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων

Η ουσία του ανυπόστατου και του στερούμενου εθνικής ταυτότητας «ελληνικού» υβριδίου, που ιδρύθηκε ουσιαστικά με συνθήκη του Λονδίνου στις 6 Ιουλίου 1827 υπό τις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία , Γαλλία και Ρωσία), βρίσκεται στην απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων, το υβρίδιο να ονομαστεί «Ελλάδα»! Είχε προηγηθεί η «Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος», η οποία υπό την επίβλεψη των Μεγάλων Δυνάμεων ψήφισε το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» του 1822 . «Η σφραγίς της Διοικήσεως φέρει σημείον χαρακτηριστικόν την Αθηνάν μετά των συμβόλων της φρονήσεως» (σφραγίδα όπου εμφανίζεται η θεά Αθηνά με την ένδειξη «Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος»). Κάτω ακριβώς από τη σφραγίδα που εμφανίζει τη θεά Αθηνά, αναγράφεται «Εν ονόματι της Αγίου και αδιαιρέτου Τριάδος»!!… Παρακάτω αναγράφεται «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» και ακριβώς από κάτω «Η επικρατούσα θρησκεία στην ελληνική επικράτεια είναι η Ανατολική Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία». Και ακριβώς από κάτω η σφραγίδα της Προσωρινή Διοίκησης της Ελλάδος με τη θεά Αθηνά! [εικόνα 5].Το υβρίδιο είχε μόλις γεννηθεί!

Δοθέντος όμως ότι στο Βυζάντιο ο ελληνισμός είχε εκριζωθεί πλήρως από τους τέσσερις πρώτους ήδη αιώνες της αυτοκρατορίας, συνεπώς ο ελληνισμός ως ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ είχε θαφτεί για πάνω από χίλια χρόνια, η απόφαση το υβρίδιο να ονομαστεί «Ελλάδα» ήταν για την ελληνόγλωσση θεοκρατία ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ! Η σφραγίδα της θεάς Αθηνάς στην «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος» ήταν για την ελληνόγλωσση χριστιανοβυζαντινή ορθοδοξία ΣΟΚ και ΔΈΟΣ! Η έννοια «ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ» ξεθάφτηκε, αναστήθηκε κυριολεκτικά μετά από 9+ αιώνες! ! Αν το υβρίδιο ονομαζόταν «Ρωμαίικο» αντί «Ελλάς», η ελληνόγλωσση θεοκρατία θα πορεύονταν όπως και στο Βυζάντιο: θεμέλιο του νεοσύστατου κράτους θα ήταν η ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα (η έννοια ελληνισμός ΔΕΝ θα υπήρχε ούτε ως ονομαστική αναφορά – ο μεγαλειώδης Ελληνικός Πολιτισμός θα είχε χαθεί στη λήθη της Ιστορίας). Η ονομασία «Ελλάδα» που επιβλήθηκε για το υβρίδιο ήταν Η ΚΊΝΗΣΗ «ΜΑΤ» ΤΩΝ ΜΕΓΆΛΩΝ ΔΥΝΆΜΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΆΣΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΎ ! Προφανώς οφείλουμε πολλά ως έλληνες στο Μεγάλο Γαλλικό Έθνος, τον «Φύλακα Άγγελο» του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, στη μυστική διπλωματία μεταξύ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, στις συμφωνίες που έγιναν μεταξύ τους και στα ανταλλάγματα που δόθηκαν (πιθανώς) στην ορθόδοξη -και εκχριστιανισμένη επί Βυζαντίου – Ρωσία ! Όμως:

Δεδομένου (α) της ονομασίας του νεοσύστατου κράτους ως «Ελλάδα» και (β) της θεοκρατίας ως βασικής υπόστασης του κράτους, η ελληνόγλωσση θεοκρατία έπρεπε τώρα να βρει τρόπο ιστορικής ταύτισης «Βυζαντίου» και «Ελληνισμού! Έπρεπε γι’ αυτό η μεταβυζαντινή θεοκρατία να ΠΑΡΑΧΆΡΑΞΕΙ την Ιστορία! Αντικειμενικός στόχος της παραχάραξης ήταν η ταύτιση του «Ελληνισμού» με το «Βυζάντιο» και τον «ορθόδοξο χριστιανισμό» !!! Ταυτόχρονα, η βίαιη αποκοπή του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος και Πολιτισμού από την έννοια «Ελληνισμός»!! Η ονομασία του υβριδίου ως «Ελλάδα» είχε γυρίσει το ρολόι χίλια χρόνια πίσω. Η μάχη της ελληνόγλωσσης θεοκρατίας κατά του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού έπρεπε να ξαναδοθεί (πρέπει να καταστεί σαφές και να γίνει πλήρως αντιληπτό ότι, ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός αποτελεί για τις ελληνόγλωσσες εκκλησιαστικές ελίτ του ορθόδοξου χριστιανισμού εχθρό θανάσιμο, εχθρό μεγαλύτερο του μουσουλμανισμού). Αν το νεοσύστατο κράτος ονομαζόταν «Ρωμαίικο» δεν θα χρειαζόταν καμία παραχάραξη της Ιστορίας • οι διωγμοί κατά του Ελληνισμού θα συνεχίζονταν απροκάλυπτα όπου και όταν αυτό απαιτούνταν. Το γεγονός όμως ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις επέβαλαν το νεοσύστατο κράτος να ονομαστεί «Ελλάδα» – εκτός ότι διέσωσε εν μέρει τον ελληνισμό από ολοκληρωτικό αφανισμό – απαιτούσε πλέον την παραχάραξη της Ιστορίας. Η παραχάραξη της Ιστορίας έγινε κυρίως μέσω της παιδείας, από τα ανθελληνικά σχολεία, εξ ου και το Υπουργείο Παιδείας και.. Θρησκευμάτων.

Το «ελληνικό» θεοκρατικό μόρφωμα, το υβρίδιο αυτό που οι κοσμικές και θρησκευτικές ελίτ της χώρας αποκαλούν «ελληνικό» κράτος, συνέχισε τις ίδιες ακριβώς ανθελληνικές πρακτικές υπονόμευσης του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού: παραχάραξη της Ιστορίας, καταστροφές και λεηλασία των αρχαίων Ελληνικών ναών και μνημείων, τηρώντας κατά γράμμα τις πρακτικές του Βυζαντίου, στη βάση του βυζαντινοχριστιανικού θεολογικού δόγματος «ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΑΧΗΣ» («εις τον άγιον Ιωάννην τον απόστολο κι ευαγγελιστή» 59,370,7-11).

[Χαρακτηριστική των ανθελληνικών πρακτικών του μεταβυζαντινού μορφώματος είναι η ατίμαση των Νεκρών προγόνων μας, στα πλαίσια άτυπης συμφωνίας μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας, με στόχο και σκοπό την αποσιώπηση της ελληνικής Ιστορίας κάθε φορά που η αρχαιολογική σκαπάνη έφερνε στο φως τα τιμημένα κόκαλα των προγόνων μας. Εμβληματικότερη περίπτωση, αυτή της επιβολής απαγόρευσης να «προσκυνήσουμε» οι έλληνες τη σορό του Βασιλέα των Μακεδόνων Φιλίππου, πατέρα του ενδοξότερου των ελλήνων Αλεξάνδρου του Μέγα. Τα οστά του Βασιλέα Φιλίππου έφερε στο φως ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος το 1977. Ωστόσο επιβλήθηκε απαγόρευση από τη θεοκρατία να δουν οι έλληνες τον Βασιλιά τους • επειδή η ελληνόγλωσση θεοκρατία αναγνωρίζει ως βασιλιά της ΟΧΙ τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο τον Μέγα, αλλά τον αλλοεθνή Κωνσταντίνο τον «Μέγα», τον αιμοσταγή διώκτη των ελλήνων και ιδρυτή του Βυζαντίου! Επίσης οι περιπτώσεις των οστών στον τάφο του Αγαμέμνονα αλλά και των τιμημένων οστών των 300 ένδοξων Ιερολοχιτών, που όχι μόνο ουδέποτε αφέθηκε να εκτεθούν στις προθήκες των Μουσείων αλλά σαπίζουν στα μπουντρούμια του ανθελληνικού θεοκρατικού μιάσματος, καταδεικνύουν σαφώς ότι στην Ελλάδα εφαρμόστηκαν πολιτικές βίαιης αποκοπής των ελλήνων από το Αρχαίο Ελληνικό Ιδεώδες. Η άτυπη απαγόρευση έκθεσης των οστών των προγόνων μας στις προθήκες των Μουσείων, εδώ ]

«Η επίμαχη σκηνή του ντοκιμαντέρ του Κώστα Γαβρά για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης που ψαλιδίστηκε με παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου επειδή απεικόνιζε ρασοφόρους χριστιανούς να σκαρφαλώνουν στις μετόπες του Παρθενώνα και να καταστρέφουν τα φειδιακά ανάγλυφα, επαναλαμβάνεται στις μέρες μας στην Ανάφη, στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής – Παναγίας της Καλαμιώτισσας, χτισμένο στα λείψανα του επιφανούς αρχαίου ναού του Απόλλωνα Αιγλήτη» (Εφημ. Ελευθεροτυπία, ηλ. έκδοση 11 Σεπτεμβρίου 2009, «Μοναστήρι της Παναγίας Καλαμιώτισσας: Οι μοναχοί χτίζουν πάνω σε αρχαία – Προφήτης Ηλίας κατά… Απόλλωνα»). «Στις μέρες μας, «ένα πολιτιστικό έγκλημα άνευ προηγουμένου διαπράττεται στο μοναστήρι της Καλαμιώτισσας στην Ανάφη», όπου, σύμφωνα με το δημοσίευμα, «οι μοναχοί επεμβαίνουν στο αρχαίο ιερό του Απόλλωνα Αιγλήτη, προκειμένου να χτίσουν μάντρες, πλακόστρωτα και παρεκκλήσια…» (Η εικόνα 6, που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία τον Σεπτέμβριο του 2009, είναι από την Ελλάδα του 21ου αιώνα) .

«Ουδείς ενημέρωσε για όλα αυτά ωστόσο την Αρχαιολογική Υπηρεσία, πόσο μάλλον να ζητήσει άδεια. Ουδείς δηλαδή έλαβε υπόψη του τον κηρυγμένο με νόμο αρχαιολογικό χώρο, ο οποίος μάλιστα αφορά μεγάλη έκταση». Δηλώσεις στο ΒΉΜΑ έκανε και η τότε προϊσταμένη της Εφορείας Κυκλάδων, κυρία Μαρίζα Μαρθάρη: «Όποιος θα ήθελε να κάνει μια μεγάλη επένδυση, για να είναι νομότυπος θα έπρεπε πρώτα να έλθει στην Αρχαιολογική Υπηρεσία» δήλωσε χαρακτηριστικά. Το δημοσίευμα συνεχίζει, περιγράφοντας πλήθος παραβάσεων των διατάξεων του νόμου από τον ηγούμενο της μονής Δαμασκηνό Γαβαλά.

Σύμφωνα με τα σύγχρονα εκκλησιαστικά συγγράμματα που διδάσκονται στις ιερατικές σχολές της Ελλάδας, οι άγιοι Νικόλαος και Σπυρίδωνας έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Και οι δυο υμνούνται από την ορθοδοξία, γιατί γκρέμιζαν, έκαιγαν και λεηλατούσαν αρχαίους Ελληνικούς ναούς κι έσπαγαν αγάλματα. Στο βίο του αγίου Σπυρίδωνα (12 Δεκ.) διαβάζουμε: «Ζούσε ακόμη ο άγιος στην επισκοπή του, όταν ο πατριάρχης Αλεξανδρείας κινούμενος από θείο ζήλο και επιποθώντας να ιδή την επαρχία του απαλλαγμένη από τα διάφορα Ελληνικά είδωλα και ξόανα, με τα οποία ήταν γεμάτος ο τόπος, κάλεσε στην επισκοπή του όλους τους αρχιερείς για μια κοινή δέηση. Ήταν συνηθισμένος τρόπος η συντριβή των ειδώλων με την προσευχή των πιστών. Στην πρόσκληση του πατριάρχη έσπευσαν όλοι οι επίσκοποι κι ένας μεγάλος αριθμός πιστών να ανταποκριθούν. Στη μέρα που ωρίστηκε, άρχισε από όλους θερμή η κοινή προσευχή κι οι παρακλήσεις. Το αποτέλεσμα ευλογημένο. Ένα ένα τα διάφορα ειδωλολατρικά σύμβολα με την προσευχή των αγίων πατέρων κατά παραχώρηση θεού άρχισαν να γκρεμίζονται και να γίνονται συντρίμματα.» Μέχρι σήμερα στα μοναστήρια επιβιώνει η απέχθεια και το άσβεστο μίσος της ορθοδοξίας προς τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό και τα κλασικά έργα της αρχαιότητας. Στην εικόνα 7, σύγχρονο λατρευτικό εικόνισμα του αγίου Νικολάου, που προσκυνούν ορθόδοξοι χριστιανοί έλληνες (!), που απεικονίζει τον άγιο να καταστρέφει ελληνικά γλυπτικά καλλιτεχνήματα.

Την εικόνα προσκυνούν οι πιστοί στην μονή Εσφιγμένου στο άγιον Όρος. «Χαίρε, ο εκτεφρώσας τους βωμούς των ειδώλων» ψάλλουν ακόμη και σήμερα στους χαιρετισμούς προς τιμή του αγίου Νικολάου (6 Δεκ.) οι ορθόδοξοι έλληνες ιερείς.

Στην εικόνα 8, το κίτρινο λάβαρο με το δικέφαλο μαύρο αετό, που οι ορθόδοξοι χριστιανοί θεωρούν επίσημη σημαία του Βυζαντίου.

Είναι η σημαία του μιαρού Βυζαντίου που η ανθελληνική κρατική προπαγάνδα ταυτίζει με τον ελληνισμό! Είναι η σημαία του Βυζαντίου που κυριαρχεί έξω από όλες σχεδόν της εκκλησίες και τα μοναστήρια της χώρας και έχει υιοθετηθεί ως σύμβολο του Ελληνισμού (!) από την εκκλησία της Ελλάδος. Είναι η σημαία του μιαρού Βυζαντίου, που έκαψε, γκρέμισε, λεηλάτησε τους Ελληνικούς ναούς, κατάσφαξε τους έλληνες Εθνικούς, έκαψε ή πούλησε στους Δυτικούς τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα, έκλεισε τις Φιλοσοφικές Σχολές και στη θέση τους διέδωσε τον Σχολαστικισμό (δηλαδή την υποταγή της φιλοσοφίας στη θρησκεία), κατήργησε την Ιπποκράτειο Ιατρική ως εργαλείο του διαβόλου εισάγοντας μαζικά ως θεραπευτική μέθοδο τους εξορκισμούς, κατήργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Στο σημείο αυτό, για την ιστορική αντικειμενικότητα στο ακανθώδες εν λόγω εθνικό ζήτημα, πρέπει για να γίνει ο έξης διαχωρισμός: οι απλοί ορθόδοξοι χριστιανοί δεν φέρουν καμία ευθύνη για το κακό που βρήκε τον Ελληνισμό. Οι απλοί χριστιανοί, οι πιστοί χριστιανοί που δεν διακατέχονται από θρησκευτικό φανατισμό και μισαλλοδοξία, δεν είναι παρά πεπλανημένοι έλληνες, όπως εξάλλου όλοι μας – θύματα της προπαγάνδας του ανθελληνικού νεοβυζαντινού υβριδίου που αποκαλείται «ελληνικό» κράτος. Οι περισσότεροι από αυτούς, άνθρωποι ενάρετοι και οικογενειάρχες, είναι άδολοι πατριώτες που, υπηρετώντας την ιδεολογία του βυζαντινοχριστιανισμού, νομίζουν (εσφαλμένα) ότι υπηρετούν τον Ελληνισμό. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τις ελληνόγλωσσες θρησκευτικές και κοσμικές «ελίτ» του θεοκρατικού υβριδίου που αποκαλείται «ελληνικό» κράτος. Αυτοί είναι γνήσιοι συνεχιστές του βυζαντινού ανθελληνικού μιάσματος. Είναι ορκισμένοι εχθροί του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού. Έχουν πλήρη επίγνωση της ταυτότητάς τους καθώς και της ιδεολογίας που φανατικά υπηρετούν. Οι εχθροί του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, είναι και εχθροί του Ελληνισμού.]

Το νεοσύστατο «ελληνικό» υβρίδιο καμία σχέση δεν έχει το Απολλώνιο Ελληνικό Φως. Πρόκειται για στυγνή θεοκρατία, που, αφενός ως γνήσιος συνεχιστής του Βυζαντίου υπονόμευσε συστηματικά το Αρχαίο Ελληνικό Ιδεώδες, αφετέρου δε ως συνεχιστής της παράδοσης της στενής συνεργασίας Εκκλησίας – Οθωμανικής Πύλης υπονομεύει τους ελληνικούς πληθυσμούς της Ελλάδος έως και σήμερα, όπως, τηρουμένων των αναλογιών, συνέβαινε και επί τουρκοκρατίας.

[Δεδομένου του θεσμικού παρακρατικού ρόλου της εκκλησίας στα πολιτικά πράγματα της χώρας (βλ. Χριστόδουλος, ταυτότητες, συλλαλητήρια, αποκεφαλισμός Φίλη και άπειρα άλλα), τίθεται επιτακτικά το ερώτημα, αν η ηγεσία της ελληνικής εκκλησίας διατηρεί θεσμική εξάρτηση από το τουρκικό κράτος και τις υπηρεσίες του. Πρόσφατα διάβαζα ποστ στο διαδίκτυο (που αλλού?) σχετικό με εξαρτήσεις των εν Ελλάδι μητροπολιτών από το τουρκικό κράτος, που πάνω κάτω είχε ως εξής: Προϋπόθεση του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των εν Ελλάδι μητροπολιτών στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, είναι (α) η τουρκική υπηκοότητα και (β) η μητρική γνώση της τουρκικής γλώσσας. Οι έλληνες μητροπολίτες που διεκδικούν τον πατριαρχικό θρόνο έχουν υποχρεωτικά την τουρκική υπηκοότητα καθώς και, υποχρεωτικά, γνωρίζουν μητρικά την τουρκική γλώσσα αφού προηγουμένως λάβουν τουρκική παιδεία. Επίσης ότι, η τουρκική κυβέρνηση ελέγχει και εγκρίνει κάθε υποψήφιο για την πατριαρχία και διαγράφει όσους δεν είναι της αρεσκείας της. Ξέρει κάνας χριστιανός αν ευσταθεί, αν έλληνες υπήκοοι που δεν έχουν γεννηθεί στην Τουρκία και που προέρχονται από την Ελλάδα λαμβάνουν από την Τουρκία την τουρκική υπηκοότητα προκειμένου να διεκδικήσουν την πατριαρχία? Αν έλληνες μητροπολίτες λαμβάνουν υποχρεωτικά την τουρκική παιδεία, και αν γνωρίζουν μητρικά την τουρκική γλώσσα. Αν αναλαμβάνουν μυστικά δεσμεύσεις έναντι της Τουρκίας • τι ακριβώς σσημαίνει «διαγράφονται από υποψήφιοι αν δεν είναι αρεστοί στην Τουρκία». Παράδειγμα: αν κάποιος μητροπολίτης αντιδράσει στους σχεδιασμούς Ερντογάν για μαζική προώθηση αφρικανών μεταναστών στην Ελλάδα, και στη συνέχεια αποφασίσει να διεκδικήσει την πατριαρχία, ερωτάται αν θα έθετε τις πατριαρχικές φιλοδοξίες του στον κίνδυνο της διαγραφής από υποψήφιος ως μη αρεστός στην Τουρκία]

Η ταυτότητα του «ελληνικού» υβριδίου και ο ρόλος της Δύσης στη διάσωση του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού

Το νεοελληνικό αποτυχημένο κράτος, το θεοκρατικό εν λόγω «ελληνικό» υβρίδιο, επέλεξε να βασίσει την ταυτότητά του αποκλειστικά στη θεοκρατία που επέβαλαν οι μεταβυζαντινές κοσμικές και θρησκευτικές ηγεσίες. Επιλέχθηκε ο δρόμος του αφελληνισμού, ο ανθελληνική μονοδιάστατη επιλογή η συνοχή του κράτους να βασιστεί στην «Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Xριστού» υπό την ελληνική γλώσσα, τηρουμένων των αναλογιών, όπως και στο Βυζάντιο. Επιβλήθηκε η συνταγματική κατοχύρωση της θεοκρατίας, που διασφαλίζεται από το άρθρο 3 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Xριστού. H Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινούπολης (…)». Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν οι λυσσώδεις βυζαντινοχριστανικές πρακτικές της αδυσώπητης καταδίωξης του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος.

Το ότι καταφέραμε και κρατήσαμε μία υποτυπώδη επαφή με την Αρχαία Ελληνική Κληρονομιά μας το οφείλουμε στην υποχρεωτική πρόσδεση της χώρας στο δυτικό άρμα και, κυρίως, στις τεράστιες υπηρεσίες πολιτισμού που προσέφεραν τα ξένα Αρχαιολογικά Ινστιτούτα στην Ελλάδα, με προεξέχοντα τη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα και το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών. Τα ξένα Αρχαιολογικά Ινστιτούτα προορίστηκαν από τη Δύση να λειτουργήσουν ως Θεματοφύλακας της Ελληνικής Κληρονομιάς, «Φύλακες Άγγελοι» (κυριολεκτικά) του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, κόντρα στο θεοκρατικό μεταβυζαντινό καθεστώς που, εν απουσία της Δύσης, θα βανδάλιζε, θα κατέστρεφε και θα βεβήλωνε τους ελληνικούς ναούς που γλίτωσαν από το Βυζάντιο • της πραγματικότητας αυτής η Δύση είχε πλήρη επίγνωση. Αν ο Δυτικός Πολιτισμός δεν τιμούσε και δεν προστάτευε τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, αναγνωρίζοντάς τον ως θεμέλιο του σύγχρονου πολιτισμένου Κόσμου, η ελληνόγλωσση θεοκρατία θα είχε ξεριζώσει τον Ελληνικό Πολιτισμό από τον ίδιο το τόπο που γεννήθηκε. Αν η Δύση δεν κρατούσε τα γκέμια της ελληνόγλωσσης θεοκρατίας κι αν τα Αρχαιολογικά Ινστιτούτα δεν οριοθετούσαν με σαφήνεια το έδαφος που ήλεγχαν (Κόρινθος = ΗΠΑ , Μυκήνες = Γερμανία, Δήλος = Γαλλία, Αρχαία Αγορά – Στοά Αττάλου = ΗΠΑ, κλπ) καθιστώντας στη θεοκρατία σαφές ότι «χέρι εδώ να βεβηλώσεις ΔΕΝ σηκώνεις», σήμερα δεν θα υπήρχε ένας ελληνικός ναός όρθιος • ως και τους Δελφούς θα μπάζωναν και θα ορθώνανε εκκλησιές και μοναστήρια.

Η Άλωση

[Η άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε, κατά τις επίσημες ιστορικές πηγές, το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας τελευταίος αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαΐου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Η άλωση αυτή της Κωνσταντινούπολης, σήμανε και το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο:

Θύμα της συστηματικής παραποίησης της Ιστορίας υπήρξε (και) η αλήθεια για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πτώσης της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, Κωνσταντινούπολης. Την Κωνσταντινούπολη παρέδωσαν στους οθωμανούς οι ανθενωτικοί της ορθόδοξης εκκλησίας. Είναι γνωστόν, πως κατά την «άλωση» της πόλης, η εκκλησία λειτούργησε υπονομευτικά, καλλιεργώντας είτε κλίμα ηττοπάθειας (αντιτιθέμενη στην ένωση των εκκλησιών ) λέγοντας πως «είναι θέλημα θεού η πόλη να τουρκέψει», είτε ερχόμενοι και σε απευθείας συνομιλίες με τους οθωμανούς. Οι ανθενωτικοί ιερείς κλειστήκαν στις εκκλησιές όπου, μαζί με το άβουλο και φανατισμένο θρησκευτικά πλήθος, έψελναν μοιρολατρικά «κύριε ελέησον» περιμένοντας βοήθεια απ’ τον …ουρανό! 30.000 ανθενωτικοί μοναχοί αρνούνταν να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη, παρακολουθώντας απαθείς την πολιορκία της πόλης, κλεισμένοι στα πάμπολλα μοναστήρια και τις εκκλησιές της περιοχής της Κωνσταντινούπολης. Μόνο εντός της πόλεως υπήρχαν, όπως λέγεται, 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, ενώ διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό έως και 300.000, όταν την ίδια στιγμή, την άμυνα της πόλης προσπαθούσαν να κρατήσουν μετά βίας 4.937 βυζαντινοί άνδρες, ανάμεσά τους 2.000 δυτικοί, με τον Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη να δίνει ηρωικές μάχες για την προάσπιση της πόλης, απέναντι στους 150.000 περίπου οθωμανούς πολιορκητές (Γεώργιος Φραντζής , «Το χρονικό της πολιορκία και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης», στον τόμο Γεώργιος Φραντζής- Νικολό Μπάρμπαρο, Η Πόλις εάλω Το χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, Μετάφραση: Κουσουνέλος, Γιώργος, εκδ. Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993, σελ. 26), Νίκος Νικολούδης, «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης», στον συλλογικό τόμο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Περισκόπιο 2001, σελ. 28. Ράνσιμαν ,2002, 129).

Δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε και να παραγνωρίσουμε το γεγονός πως στο πλάι των ανθενωτικών ιερωμένων συντάχθηκαν και πολλοί κοσμικοί, που βλέποντας το τέλος να πλησιάζει προσπάθησαν να περισώσουν ότι μπορούσαν. Στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο αρκετοί ιστορικοί εντάσσουν και το περίφημο άνοιγμα της Κερκόπορτας (από εσωτερική προδοσία), που εξυπηρετούσε έναν πολύ πιο ουσιαστικό σκοπό: Το κοράνι προβλέπει την προστασία των «απίστων» κατοίκων μιας πόλης που παραδίδονται οικειοθελώς (περιοδικό «Δαυλός», Μάρτιος 1993). Πάνω σε αυτή την αρχή του κορανίου, οι ανθενωτικοί, που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των ορθοδόξων χριστιανών της Κωνσταντινούπολης, αποφάσισαν να παραδώσουν την πόλη στον Μωάμεθ τον πορθητή.

Τα παραπάνω ενισχύει κι ένα έγγραφο που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1993 στο περιοδικό «Δαυλός», που φέρει τον τίτλο «Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» και το οποίο συνέταξε η Θεοδώρα Φραντζή, κόρη του πρωτοβεστιάριου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Γεωργίου Φραντζή. Η Θεοδώρα Φραντζή ήταν σύζυγος του στρατιωτικού σύμβολου του αυτοκράτορα, Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Το έγγραφο εκδόθηκε στην Αγγλία το 1454, όπου είχαν καταφύγει και οι δύο μετά την άλωση. Στο έγγραφο αυτό, περιγράφεται, μεταξύ άλλων και μια περίπτωση συνδιαλλαγής ανθενωτικών ρασοφόρων και κοσμικών με τον εκπρόσωπο του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή, Ρεσίτ Πασά της Ανδριανούπολης, λίγες ημέρες πριν την κατάληψη της πόλης. Οι συναντήσεις γινόταν – κρυφά και νύχτα φυσικά- στο μοναστήρι της Αγίας Ευθυμίας και κατά τύχην υπέπεσαν στην αντίληψη του Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Από πλευράς των ρασοφόρων, στις διαπραγματεύσεις αυτές έλαβε μέρος ο ιεροκήρυκας της Αγίας Σοφίας, Ιωάσαφ, κι από πλευράς των κοσμικών ο Μέγας Δούκας Λεόντιος και ο αρχιναύαρχος Νεόφυτος. (το περιεχόμενο του εγγράφου, εδώ).

Πληροφορίες για την παράδοση της Κωνσταντινούπολης στους οθωμανούς από τους ανθενωτικούς, μάς διασώζει ο ιστορικός Καρολίδης. Σύμφωνα με τον Καρολίδη, μόνο 33.000 αιχμαλωτίστηκαν, δηλαδή ο μισός πληθυσμός. Ο άλλος μισός, οι ανθενωτικοί, είχαν σημαδέψει τα σπίτια τους και δεν έπαθαν τίποτε. Γιατί, εκτός από το Γεννάδιο, και άλλοι προύχοντες όχι μόνο σώθηκαν, αλλά πήραν και αξιώματα.

Τα ίδια μαρτυρεί και ο μολδοβλάχος ιστορικός, Δημήτρη Καντεμίρ (1673-1723), που έζησε στην Τουρκία μελετώντας για πολλά χρόνια την άνοδο και την πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ας μην ξεχνάμε την αλησμόνητη ρήση του -φανατικά ανθενωτικού – πατριάρχη Γεννάδιου, που έβγαινε στους δρόμους και καταριόταν τον Παλαιολόγο, μόλις έπεσε η πόλη: «Δεν βλέπετε ότι η Ορθοδοξία εθριάμβευσεν; Από του νυν, ουδέν πλέον φοβείται», όπως κι έκαναν τα πάντα για να μην φύγει απ’ τα χέρια τους (βλέπε αφορισμούς και προδοσίες).

Την παράδοση (και όχι άλωση) της Κωνσταντινούπολης μαρτυρούν και τα επίσημα τουρκικά έγγραφα. Η θέση αυτή είναι σύμφωνη με το κοράνι και την μουσουλμανική παράδοση, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθούν τα προνόμια που εδόθησαν από τους οθωμανούς στην εκκλησία μετά την άλωση· για να δοθούν στους χριστιανούς προνόμια έπρεπε να είχαν προσφέρει υπηρεσίες στον κατακτητή, όπως οι εβραίοι είχαν προσφέρει υπηρεσίες για την άλωση της πόλης για να κρατήσουν τις συναγωγές, όπως και τελικά έγινε.

Με άρθρο του στην εφημερίδα Καθημερινή με τίτλο «Έγινε η άλωση της Κωνσταντινούπολης;» (ημ. Δημοσίευσης 20.05.2007) ο Δημήτρης Αποστολόπουλος, διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και αντιπρόεδρος της «Διεθνούς Εταιρείας Μελέτης του 18ου αιώνα» (ISECS), υπαινίσσεται πολιτική απόφαση με την οποία δόθηκαν προνόμια στην εκκλησία, κατόπιν στενής συνεργασίας πατριαρχείου – οθωμανικής Πύλης. Ειδικότερα, ύστερα από πολλές δυσκολίες αναζητήθηκαν στην Αδριανούπολη όπου ζούσαν υπέργηροι που είχαν λάβει μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις του 1453 από την πλευρά των Οθωμανών. Οι πολεμιστές αυτοί δήλωσαν ενώπιον κάποιου ανώτατου πολιτικού σώματος που συνεδρίαζε στην Πόλη, του Διβανίου πιθανότατα, πως η Κωνσταντινούπολη δεν αλώθηκε αλλά παραδόθηκε! Έτσι δικαιολογήθηκε (και πολιτικά – τυπικά) η παραχώρηση προνομίων στην εκκλησία, ώστε η πολιτική παραχώρησης προνομίων να εναρμονίζεται με όσα ορίζει το παραδοσιακό μουσουλμανικό δίκαιο. Σύμφωνα με το τελευταίο, το καθεστώς του προστατευόμενου δεν παραχωρούνταν παρά σε πόλεις που είχαν παραδοθεί και σε ομάδες που είχαν συνεργαστεί με τους επερχόμενους μουσουλμάνους. Ένα μόνο βήμα χρειαζόταν για να γίνουν όλα «όπως πρέπει»: Αν η Κωνσταντινούπολη είχε παραδοθεί, καλώς είχαν δοθεί όσα δόθηκαν στους ορθόδοξους. (πηγή: Μεγάλη Ιστορία τής Ελλάδας» τού Γιάννη Κορδάτου, τ. VIII (Βυζάντιο Β΄), κεφ. «Η αλήθεια για την άλωση τής Πόλης», Περιοδικό Δαυλός, Μάρτιος 1993, Εφημερίδα Καθημερινή, 20/05/2007 Έγινε η άλωση της Κωνσταντινούπολης;)

Την πτώση της Κωνσταντινούπολης οι ανθενωτικοί ρασοφόροι «προφήτευαν» πολύ καιρό πριν την άλωση, προετοιμάζοντας με τον τρόπο αυτό τον πληθυσμό της πόλης για την επικείμενη παράδοση, η οποία, στη συνέχεια, κατόπιν συστηματικής παράστασης ψευδών ιστορικών γεγονότων ως αληθινών, βαφτίστηκε «άλωση». Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ως θείο σημάδι του επικείμενου τέλους της Κωνσταντινούπολης ερμηνεύτηκε η Έκλειψη Σελήνης που συνέβη την 23η Μαΐου 1453, σπέρνοντας τον πανικό στην πολιορκούμενη πόλη.

Την πολιτική της αμαχητί παράδοσης ακολούθησε και ο αδελφός του Αλέξιου Κομνηνού, Δαυίδ Κομνηνός, ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, ο οποίος παρέδωσε την πόλη στον Μωάμεθ Β΄ενάντια στη θέληση του πολιορκημένου λαού. Ήταν το έτος 1461, το τέλος της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, 7 χρόνια μετά την παράδοση της Κωνσταντινούπολης στον Μωάμεθ από τους ανθενωτικούς. Η παράδοση της πόλης από τον Κομνηνό είχε τα ίδια ευεργετικά (για την εκκλησία) αποτελέσματα όπως και η παράδοση της Κωνσταντινούπολης: Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί στη μονή «Παναγία Σουμελά», όπου χτυπούσε η καρδιά του ποντιακού χριστιανισμού, επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί τουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Οι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής «Παναγία Σουμελά» ως ευεργέτες (Wikipedia).]

Η μονοδιάστατη επιλογή η συνοχή του κράτους να βασιστεί στην «Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Xριστού» υπό την ελληνική γλώσσα, με ταυτόχρονη υπονόμευση του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, έμελλε να έχει ολέθρια αποτελέσματα. Η επέλαση του δυτικού καταναλωτικού προτύπου, ο εκμοντερνισμός, η μόρφωση ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας, η κατακόρυφη άνοδος του βιοτικού επίπεδου, το άνοιγμα των ευρωπαϊκών ασύνορων, η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια αλλά και η πλήρης ένταξή της στις δυτικές δομές, που κράτησε τη χώρα όρθια, εμποδίζοντας να διολισθήσει σε θεοκρατία ισλαμικού τύπου, και κυρίως η έκρηξη της ψηφιακής μετάδοσης της πληροφορίας μέσω του διαδικτύου, οδήγησαν από τη δεκαετία του 80 και μετά σε απομάκρυνση της πλειοψηφίας από τις αρχές και τις αξίες της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και παράδοσης.

Ελλείψει άλλου συνεκτικού δεσμού, το κράτος διαλύθηκε στην πρώτη δυσκολία. Την αποσάθρωση του αποτυχημένου ελληνικού υβριδίου επέτεινε η καθολική αποτυχία των θεσμικών πυλώνων της λειτουργίας του κράτους, αποτυχία που είχε ως αποτέλεσμα την ακαριαία αποσύνθεση μόλις οι διεθνείς συνθήκες δυσκόλεψαν. Ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους θα είναι επίπονος και θα έλθει ως αποτέλεσμα της πτώσης του ελληνικού αποτυχημένου κράτους. Η συστηματική υπονόμευση του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, η απομάκρυνση των ελλήνων από τις Αρχές και τις Αξίες του Αρχαίου Ελληνικού Ιδεώδους, η βίαιη αποκοπή των ελλήνων από την Αρχαία Ελληνική Κληρονομιά μας, συνεχίστηκαν ως τις ύστερες μέρες της μεταπολίτευσης. Και κάπως έτσι, οι έλληνες χάσαμε την ελληνική μας ταυτότητα, απωλέσαμε την ελληνική μας συνείδηση, μέχρι που στο τέλος χάσαμε τη συνοχή μας ως ελληνικό έθνος, πολύ πριν ενσκήψει η οικονομική κρίση. Όταν η κρίση χτύπησε τη χώρα, ελλείψει ελληνικής συνείδησης, ο πληθυσμός αντέδρασε με πλήρη αδιαφορία για την τύχη του μεταβυζαντινού μορφώματος. Και κάπως έτσι φτάσαμε ως εδώ: Στην ερώτηση αν θα πολεμούσες για την πατρίδα σου, το 54% των ελλήνων απαντά «ΟΧΙ». Ο αποκεφαλισμός του υπουργού Φίλη από το θεοκρατικό «ελληνικό» μόρφωμα, επειδή αποτόλμησε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην παιδεία (που αποτέλεσε διαχρονικά εργαλείο πνευματικού αφελληνισμού και αποκοπής των σύγχρονων ελλήνων από την αληθινή Ιστορία μας), θυμίζει τις τελευταίες ημέρες της βυζαντινής θεοκρατίας.

Όπως αναφέρει ο ιστορικός της Άλωσης Γεώργιος Φραντζής στο «χρονικό της Άλωσης», όταν ο Μωάμεθ ετοιμαζόταν να μπει στην Πόλη, εκείνοι μέσα τσακώνονταν αν οι άγγελοι ήσαν αρσενικού ή θηλυκού γένους.

Advertisements