​Απόλλων, Άρτεμις, εκκλησίες και μοναστήρια  σε Υμηττό και Επτάνησα

– Ο ορεινός όγκος του Κεντρικού Υμηττού σε σχήμα τραπεζοειδoύς και κορυφή στα 660 μ. Νότια, συνδέεται μέσω του διάσελου του Σταυρού, με τον Νότιο ή Άνυδρο Υμηττό. Η ανατολική πλευρά του υψώματος διασχίζεται από μεγάλη χαράδρα. Στη κατώτερο μέρος της κοιλάδας υπάρχει η εκκλησία προφήτης Ηλίας κτισμένος στη βάση αρχαίου ναού και ένα πανάρχαιο αστείρευτο πηγάδι. Σε ανασκαφές τα έτη 1949 και 1950 ο αρχαιολόγος Νικόλαος Κοτζιάς αποκάλυψε ότι ο ναός κτίσθηκε στη βάση του ναού του Προοψίου Απόλλωνα ενώ λίγα μέτρα νοτιοδυτικά αποκάλυψε μέρος του ναού του Ομβρίου Διός. Αποκάλυψε επίσης τον κοινό βωμό των δυο θεών καθώς και το μεγαλειώδη περίβολο που προστάτευε τον βωμό από τους μυκηναϊκούς χρόνους (Νικόλαος Χ. Κοτζιάς, «Ανασκαφαί εν Προφήτη Ηλία, Υμηττού». Πρακτικά της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1949 και 1950).
Ο Ν. Κοτζιάς έφθασε στην ταυτοποίηση των θεοτήτων που λατρευόταν στα ιερά αναλύοντας τις συνήθειες των κατοίκων της περιοχής. Συνέδεσε τις ολονύκτιες φωτιές που ανάβουν οι κάτοικοι της περιοχής την παραμονή της γιορτής του προφήτη Ηλία προς τιμή του αγίου με τη πανάρχαια λατρεία της φωτιάς και του θεού Απόλλωνα. Το φως, εξάλλου, που λούζει τον λόφο όταν ανατέλλει ο ήλιος είναι ένα ακόμη σημάδι ότι ο χώρος συνδέεται με τον Φοίβο – Απόλλωνα τον Προόψιο. Θεώρησε επίσης ότι η παμπάλαια – αναφέρεται και από τον Kaupert – συνήθεια των κατοίκων να καταφεύγουν, σε περιόδους ανομβρίας, σε λιτανείες εκλιπαρώντας την παρέμβαση του θείου για βροχή στην άνυδρη περιοχή τους, παρέπεμπε στον θεό των καιρών τον Όμβριο Δία.

Η γραμμή που ενώνει το ναό του Απόλλωνος Πατρώου (στο Θησείο) με το ναό του Προοψίου Απόλλωνα (σήμερα ξωκλήσι προφήτη Ηλία στον Υμηττό), διέρχεται ακριβώς από, (α) το ναό του Δελφινίου Απόλλωνα (αρχαιολογικός χώρος στις στήλες του Ολυμπίου Διός) και, (β) το ναό της Αρτέμιδος Αγροτέρας στο Μετς. Η γραμμή είναι 10.489,2 μ. [εικόνα 1]

– Η Ιερά Μονή Φανερωμένης Λευκάδας είναι ένα ιστορικό Μοναστήρι που βρίσκεται στη Λευκάδα. Μόλις 3 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Λευκάδα, αποτελεί για αιώνες το θρησκευτικό κέντρο του νησιού ως το αρχαιότερο και μεγαλύτερο μοναστήρι. Η Παναγία Φανερωμένη είναι αφιερωμένη στη Κοίμηση της Θεοτόκου που είναι παράλληλα και η προστάτιδα και πολιούχος του νησιού. Είναι ανδρώο μοναστήρι με έναν Ηγούμενο και τέσσερεις μοναχούς. Ο κανονικός (επίσημος) τίτλος της Μονής είναι «Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδος».

Η περιοχή που βρίσκεται το μοναστήρι, 3 χιλιόμετρα στα δυτικά της πόλης της Λευκάδας κοντά στον οικισμό Φρύνι, φιλοξενούσε στην αρχαιότητα καλλιμάρμαρο ιερό της θεάς Αρτέμιδος. Στο πέρασμα του από την περιοχή της Νικοπόλεως, στη γειτονική Πρέβεζα, ο Απόστολος Παύλος έστειλε το 63 μ.Χ. στο νησί τους τρεις βοηθούς, Ακύλα, Σωσίωνα και Ηρωδίωνα. Οι τρεις τους κάλεσαν τους Λευκαδίτες στο χώρο που βρισκόταν ο καλλιμάρμαρος Ναός της Αρτέμιδος και κήρυξαν τη διδασκαλία του Ιησού. Πάνω στα θεμέλια του καλλιμάρμαρου ιερού της θεάς έχτισαν ευκτήριο οίκο προς τιμή της Παναγίας δημιουργώντας έτσι την πρώτη εκκλησία στο νησί. Ο Απόστολος Παύλος χειροτόνησε το Σωσίωνα πρώτο επίσκοπο Λευκάδος.  Τον 5ο μ.Χ. αιώνα παραγγέλνεται στην Κωνσταντινούπολη η εικόνα της Παναγίας. Ο σεβάσμιος Ιερομόναχος και αγιογράφος Κάλλιστος αναλαμβάνει να τη φιλοτεχνήσει. Η εικόνα θα παρουσιαστεί με θαυμαστό τρόπο μπροστά του σχεδιασμένη «αχειροποίητος» πάνω στο ξύλο και αυτός συμπληρώνει τα χρώματα, γι’ αυτό και θα ονομαστεί Φανερωμένη.

– Στην Κεφαλλονιά κοντά στο παλιό χωριό της Σκάλας, στο σημείο που σήμερα βρίσκεται το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, βρίσκεται ναός του Απόλλωνα που χρονολογείται από τον 5ο αιώνα προ Χριστού. Τα ευρήματα των ανασκαφών δεν επαρκούν για να αναπαρασταθεί σε ικανοποιητικό βαθμό η αρχική μορφή του, ενώ οικοδομικό υλικό από τον αρχαϊκό ναό του Απόλλωνα  της Σκάλας έχει χρησιμοποιηθεί στους τοίχους και την Αγία Τράπεζα του παρακείμενου ξωκλησιού του Αγίου Γεωργίου», μας λέει η αρχαιολογική υπηρεσία (Δρ. Λάζαρος Κολώνας, αρχαιολόγος – Γενικός Διευθυντής Αρχαιοτήτων ΥΠΠΟ). Το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου ξαναχτίστηκε μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1953 χρησιμοποιώντας κάποια από τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα ! !

Πρόκειται για το μοναδικό, έως σήμερα, σωζόμενο δείγμα τεμένους στο νησί. Σημαντικό μνημείο τόσο λόγω σπανιότητας του αρχιτεκτονικού τύπου, όσο και της εποχής στην οποία εντάσσεται. Η παρουσία του συμβάλλει στη μελέτη και στην ανάδειξη της λατρευτικής αρχιτεκτονικής καθώς και στη μελέτη των σχέσεων και των επιδράσεων αντίστοιχων ναών που έχουν αποκαλυφθεί σε άλλους χώρους (π.χ. Κέρκυρα). Πιθανότατα ο χώρος αποτελούσε τόπο λατρείας, κυρίως για τους ναυτικούς που διέρχονταν από εκεί στο δρόμο προς την Δύση, όπως συνάγεται από κεραμική που βρέθηκε κοντά στο ιερό μέσα στη θάλασσα. 

Ισοσκελές είναι το τρίγωνο με κορυφή το ναό του Θερμίου Απόλλωνα, και πλευρές έως, (α) το καλλιμάρμαρο ιερό της θεάς Αρτέμιδος στη Λευκάδα (σήμερα ιερά μονή υπεραγίας  Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδος) [91.016,73 μ.] και, (β) το ιερό Τέμενος του Απόλλωνα στην Κεφαλλονιά (σήμερα παρεκκλήσι του αγίου Γεωργίου στη Σκάλα Κεφαλλονιάς) [91.055,45 μ.]. [εικόνα 2]

– Ο γυναικείος μοναχισμός της Κέρκυρας αναπτύχθηκε κατά την περίοδο της βενετικής κατοχής του νησιού έξω από την τειχισμένη πόλη και σε κοντινή απόσταση από αυτήν. Στα προάστεια της Παλαιόπολης και του Μαντουκιού οργανώθηκαν από τον 16ο αιώνα τέσσερις γυναικείες μονές. Μια εξ αυτών είναι η μονή των Αγίων Θεοδώρων που συγκροτήθηκε για την κάλυψη των πνευματικών αναζητήσεων των γυναικείων μελών της κερκυραϊκής κοινότητας, που διάλεγαν τη «μοναδική ζωή», όπως έγραφαν στα συμφωνητικά που υπέγραφαν με την είσοδό τους στα μοναστήρια, αλλά και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένης ανάγκης, επακόλουθο της συνήθειας της εποχής που ήθελε κάποια από τα θήλεα τέκνα των ευγενών οικογενειών να ακολουθούν τη μοναχική οδό, με σκοπό την εξασφάλιση της πατρικής περιουσίας και τη μεταβίβασή της στους άρρενες απογόνους. Η μονή των Αγίων Θεοδώρων, από την ίδρυσή της στο τέλος του 16ου αιώνα έως σήμερα, λειτουργεί αδιάκοπα, προσφέροντας στον μελετητή του κερκυραϊκού ορθόδοξου μοναχισμού χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναικείας μονής, η οργάνωση και η λειτουργία της οποίας ακολούθησε τις ιστορικές τύχες του νησιού που τη φιλοξενεί [Η ιερά μονή Αγίων Θεοδώρων Στρατιάς Κέρκυρας, Ιστορική πορεία – Βιβλιοθήκη – Αρχείο, Αθήνα 2009, σ. 312+(24), 17Χ24 εκ., ISBN 978-960-931164-9]

Κατά την αρχαιότητα, στον ίδιο χώρο που βρίσκεται σήμερα η μονή των «Αγίων Θεοδώρων», στην άκρη της λιμνοθάλασσας Χαλικιόπουλου (Υλλαϊκή), υπήρχε ο αρχαϊκός ψευδοδίπτερος δωρικός Ναός της Θεάς Αρτέμιδος, από πωρόλιθο και αρχικά πήλινη στέγη που το έτος 530 αντικαταστάθηκε από μαρμάρινη. Τα γλυπτά αετώματα (το περίφημο αέτωμα της Γοργούς, είναι το αρχαιότερο λίθινο αέτωμα που σώζεται ολόκληρο, όπου απεικονίζεται η Γοργώ και τα δύο παιδιά της Πήγασος και Χρυσάωρ) κατασκευάστηκαν κατά την περίοδο της κυβέρνησης του υιού του Κορίνθιου Περιάνδρου (590). Τριάντα μέτρα ανατολικά του Ναού υπήρχε μεγαλοπρεπής Βωμός, που συνδεόταν με αυτόν με πλακόστρωτο δρόμο. Σώζονται μόνον λίγα ερείπια (βάσεις θεμελίωσης και κρατευτές) του πάλαι ποτέ διαστάσεων 47,89 Χ 22,41 μ. Ναού, που προφανώς λεηλατήθηκε για την ίδρυση της Μονής των «Αγίων Θεοδώρων» που κτίσθηκε επάνω ακριβώς στον Βωμό της Θεάς.

– Η ιερά πατριαρχική και σταυροπηγιακή μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο αποτελεί για όλο τον Χριστιανισμό ένα σημαντικό προσκύνημα και θεωρείται το σημαντικότερο μοναστήρι του Αιγαίου Πελάγους. Παράλληλα, μαζί με το Σπήλαιο της Αποκάλυψης και την περιοχή της Χώρας της Πάτμου αποτελεί παγκόσμιο μνημείο κληρονομιάς από την Unesco. Xτισμένη στην κορυφή ενός λόφου, η μονή εκεί που γύρω της χτίστηκε η σημερινή Χώρα, δεσπόζει σε όλο το νησί και θυμίζει βυζαντινό κάστρο και με τα συμπαγή τείχη της επισκιάζει την κατάλευκη Χώρα.  

Η μονή, βασιλική σταυροπηγιακή αφιερώθηκε στον  Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ο οποίος εμπνεύσθηκε την πολυσυζητημένη «Αποκάλυψη» όταν, εξόριστος, εγκαταστάθηκε στην Πάτμο. Σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση κατά την εξορία του στην Πάτμο, ο Ιωάννης κατάργησε τη λατρεία των αιγαιακών θεών Απόλλωνα και Άρτεμις. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν τέτοια η θέληση του Ιωάννη να καταργήσει τη λατρεία των δίδυμων θεών, που σε ένδειξη διαμαρτυρίας παρακολούθησε τις εκδηλώσεις που σχετίζονταν με τη λατρεία της Εφεσίας Αρτέμιδος ντυμένος στα μαύρα και όχι στα λευκά, όπως όριζε το τελετουργικό της λατρείας. Στη θέση που βρίσκεται σήμερα η μονή, κατά την αρχαιότητα υπήρξε λαμπρός  ναός αφιερωμένος στη Σκυθία Άρτεμη. Στο μουσείο της μονής του Αγίου Ιωάννη υπάρχει επιγραφή που αναφέρει ότι ο Ορέστης, όταν καταδιωκόταν από τις Ερινύες για το φόνο της μητέρας του, βρήκε καταφύγιο στην Πάτμο και έχτισε τον μεγάλο ναό της Άρτεμης στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το μοναστήρι.

Η γραμμή που ενώνει το μεγαλοπρεπές Ιερό και Βωμό της Αρτέμιδας στην Κέρκυρα (σήμερα μονή των Αγίων Θεοδώρων) με το ναό της Σκυθίας Αρτέμιδας στην Πάτμο  (σήμερα πατριαρχική και σταυροπηγιακή μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο), διέρχεται ακριβώς από το Ιερό & Μαντείο Απόλλωνος Πτώου στο Ακραίφνιο Βοιωτίας. Η γραμμή είναι 631.742,69 μ. [εικόνα 3]

– Σύμφωνα με τη μυθολογία και τα γραπτά του Ομήρου, το νησί της Ζακύνθου πήρε το όνομά του από τον εγγονό του Δία και της Ηλέκτρας, γιό του Δάρδανου, ιδρυτή της Τροίας. Ο Ζάκυνθος γεννήθηκε στη Φρυγία και έπλευσε στο νησί το 1500 π.Χ, όπου το κατέλαβε και έδωσε το όνομα του. Μια άλλη μυθολογική άποψη είναι ότι η Άρτεμις η θεά του κυνηγιού συνήθιζε να περιπλανιέται στο νησί της Ζακύνθου, απολαμβάνοντας το δάσος καθώς ήταν ιδανικό για κυνήγι. Επίσης φημίζεται ότι ο αδερφός της ο Απόλλωνας έπαιζε τη λίρα του κάτω από τα δέντρα προκειμένου να μαγέψει το νησί και να το καταστήσει πιο όμορφο.

– Το Μοναστήρι της Παναγίας της Σκοπιώτισσας στη Ζάκυνθο βρίσκεται στην κορυφή του όρους Σκοπός – από το οποίο πήρε και την ονομασία του – σε απόσταση 2 χλμ. από το Αργάσι. Ο χωματόδρομος προς την Παναγία της Σκοπιώτισσας θα σε ταλαιπωρήσει λίγο καθώς είναι ανηφορικός και σε ορισμένα σημεία θα συναντήσεις πέτρες και αυλάκια. Φτάνοντας όμως στην κορυφή του βουνού η θέα είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Το μοναστήρι της Παναγίας της Σκοπιώτισσας όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία είναι από τα παλαιότερα του νησιού. Ιδρύθηκε πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα και το 1534 παραχωρήθηκε στην οικογένεια των ευγενών Λογοθετών όπου ανήκει μέχρι και σήμερα. Στις μέρες μας σώζονται μόνο τα ερείπια του μοναστηριού και ο ναός της Παναγίας που βρίσκεται στο κέντρο περίπου της Μονής. Στο εσωτερικό σώζονται τοιχογραφίες και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σκοπιώτισσας που κάποτε κατά περιόδους σεισμών οι κάτοικοι την κατέβαζαν στην χώρα όπου γινόταν μεγαλόπρεπη λιτανεία. Ο ναός της Παναγίας της Σκοπιώτισσας είναι λευκός, έχει κτιστεί σε σχήμα ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Θεμελιώθηκε πάνω σε αρχαίο ναό της θεάς Αρτέμιδος και κομμάτια του ναού χρησιμοποιήθηκαν για το χτίσιμο της εκκλησίας, όπως η είσοδος και το δάπεδο του ναού. Εκεί, στην κορυφή του όρους Σκοπός (Αργάσι), όπου σύμφωνα με τον τοπικό μύθο κατοικούσε η Θεά Άρτεμις, έστεκε ο αρχαίος Ναός της θεάς. Τίποτε δεν σώζεται σήμερα, διότι ο Ναός κατεστράφη το 1400 μ.χ.χ. εκ θεμελίων για να κτιστεί στην ίδια θέση η μονή της Παναγίας της «Σκοπιώτισσας».

– Τα ερείπια του ναού του Αγίου Δημητρίου βρίσκονται στο Μελινάδο Ζακύνθου (βόρεια του Μαχαιράδου).  Είναι μεταβυζαντινή εκκλησία κτισμένη περίπου το 1478, σύμφωνα με τον ιερωμένο – Ιστορικό Ιωάννη Κούρτσολα, που πιθανολογεί ως ιδρύτριά της την πριγκίπισσα Κλεώπη του οίκου των δε Τόκκων. Ο ναός, που ερείπιά του σώζονται σήμερα, ήταν κτισμένος σε ρυθμό μονόκλιτης βασιλικής. Ο ναός είναι κηρυγμένο Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου θεμελιώθηκε πάνω στον αρχαίο Ναό της Οπιταΐδας Αρτέμιδας και οι κολόνες του Ναού της θεάς χρησιμεύουν σαν υποστηρίγματα του νάρθηκα της εκκλησίας. Αρχαία μαρμάρινη πλάκα, με αφιερωματική επιγραφή σε ιέρεια της Οπιταΐδας Αρτέμιδας, είχε τοποθετηθεί σαν αγία τράπεζα. Η μαρμάρινη βάση του αγάλματος της Οπιταΐδας Αρτέμιδας που στήριζε την αγία τράπεζα  σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Ζακύνθου. Η βάση φέρει αναθηματική επιγραφή στην Αρτέμιδα Οπιταΐδα. Λείπει κάθε, έστω και εικασία, χρονολόγησης. [Βιβλιογραφία: P.G. Kalligas, Αρχαιολογικό Δελτίο 24 (1969-1970), 279].

Η γραμμή που ενώνει το μεγαλοπρεπές Ιερό  της Αρτέμιδας που βρισκόταν στην κορυφή του όρους Σκοπός στη Ζάκυνθο (σήμερα μοναστήρι της  Παναγίας της Σκοπιώτισσας στο Αργάσι Ζακύνθου) με το ναό Διδυμαίου Απόλλωνος και της Αρτέμιδος στα Δίδυμα της Τουρκίας, διέρχεται ακριβώς από το ιερό του Απόλλωνος Δειραδιώτη στο  Άργος.  Η γραμμή είναι 559.225,69 μ. [εικόνα 4]

Η γραμμή που ενώνει το Ναό της Οπιταΐδας Αρτέμιδας στο Μελινάδο Ζακύνθου (σήμερα ερείπια του ναού τού  Αγίου Δημητρίου)  με το Ναό του Δία στην Ολυμπία, διέρχεται  ακριβώς από το μεγαλοπρεπές Ιερό  της Αρτέμιδας που βρισκόταν στην κορυφή του όρους Σκοπός στη Ζάκυνθο (σήμερα μοναστήρι της Παναγίας της Σκοπιώτισσας). Η γραμμή είναι 73.649,48 μ. [εικόνα 5]

Η παραπάνω γεωδαισιακή γραμμή, που είναι η  αποτύπωση του ανθρώπινου ασυνείδητου στη Μερκατορική προβολή της γης (Google maps), αποτελεί σαφή ένδειξη της βασιμότητας της «μυθολογίας» και των  γραπτών του Ομήρου, που θέλουν το νησί της Ζακύνθου να  πήρε το όνομά του από τον εγγονό τού Δία Ζάκυνθο, που έπλευσε στο νησί το 1500 π.Χ, όπου το κατέλαβε και έδωσε το όνομά του. Σημείο αναφοράς του  ασυνείδητου των αρχαίων ζακυνθινών, οι δύο ναοί της Αρτέμιδας στη Ζάκυνθο και ο  ναός τού Διός στην Ολυμπία.

Advertisements