Η μεγάλη του Ολυμπίου Διός γραμμή

Ο ναός του Ολυμπίου Διός ή Ολυμπιείο ή οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός (ορθότερα, Στήλες του Ολυμπίου Διός) είναι ένας σημαντικός αρχαίος ναός στο κέντρο της Αθήνας. Παρότι η κατασκευή του ξεκίνησε τον 6ο αιώνα π.Χ., δεν ολοκληρώθηκε παρά επί του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού τον 2ο αιώνα μ.Χ.. Αποτέλεσε τον μεγαλύτερο ναό της Ελλάδας κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους. Ο ναός κατασκευάστηκε από πεντελικό μάρμαρο και είχε 96 μέτρα μήκος στις άκρες του και 40 μέτρα στην ανατολική και δυτική πρόσοψη. Είχε 104 κολώνες Κορινθιακού ρυθμού, η κάθε μία 17 μέτρα ύψος, 2.6 μέτρα διάμετρο και βάρος 364 τόνους περίπου. 48 κολόνες στεκόταν σε τριπλή σειρά κάτω από τα αετώματα και 56 σε διπλή σειρά στα άκρα. Μόνο 15 από τις αρχικές κολόνες του ναού παραμένουν όρθιες σήμερα. Ένας θυελλώδης άνεμος έριξε μια κολόνα το 1852, η οποία βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς σημείο. Ο Αδριανός αφιέρωσε τον ναό στον Δία. Ανέγειρε επίσης ένα τεράστιο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στο σηκό του ναού. Τα αετώματα κοσμούνταν από πολλά αγάλματα, αλλά και σε ολόκληρο το ναό υπήρχαν αγάλματα και προτομές φημισμένων ανδρών. Οι Αθηναίοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον Αδριανό, του έστησαν άγαλμα πίσω από τον ναό. Δυστυχώς κανένα από τα γλυπτά που κοσμούσαν τον ναό δεν έχει διασωθεί. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς καταστράφηκε ο ναός αλλά εικάζεται ότι, όπως και άλλα μεγάλα κτήρια στην Αθήνα, καταστράφηκε μάλλον από κάποιο σεισμό κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων και τα ερείπια του χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή άλλων κτηρίων. Ο ναός ανασκάφηκε το 1889-1896 από τον Φράνσις Πένροουζ (Francis Penrose) της Βρεταννικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας, το 1922 από το Γερμανό αρχαιολόγο Γκάμπριελ Βέλτερ (Gabriel Welter) και από το 1960 από Έλληνες αρχαιολόγους με επικεφαλής τον Ιωάννη Τραυλό.

Την 28η Ιουνίου 2001 ο Βαγγέλης Παπαθανασίου οργάνωσε τη χορωδιακή συμφωνία Μυθωδία στο ναό του Ολυμπίου Διός στο πλαίσιο της αποστολής της ΝΑΣΑ στον Άρη. Στη συναυλία συμμετείχαν οι σοπράνο Τζέσι Νόρμαν και Κάθλιν Μπατλ. Τη συναυλία κάλυψαν 20 τηλεοπτικά δίκτυα, από την Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά, την Ιαπωνία και χώρες της Ευρώπης, υπό τη διεύθυνση του Ιρλανδού κινηματογραφιστή Ντέκλαν Λόουνι. Η χορωδιακή συμφωνία συγκέντρωσε χιλιάδες κόσμο μέσα στο χώρο του Ολυμπιείου, αλλά και έξω από το ναό, στους άδειους από οχήματα δρόμους της Αθήνας. Μαζί με την Τζέσι Νόρμαν συνέπραξε η σοπράνο Κάθλιν Μπατλ, η μητροπολιτική ορχήστρα του Λονδίνου και η χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής καθώς και πάνω από εκατό άτομα ντυμένα με αρχαία ελληνικό ενδύματα. Η οθόνη που έχει τοποθετηθεί στο Ολυμπιείο συνέδεσε οπτικά με εικόνες από αρχαίες ελληνικές παραστάσεις -αγγεία, τοιχογραφίες και αγάλματα- τη μουσική με εικόνες από τον πλανήτη Αρη.  Ο προϋπολογισμός της συναυλίας άγγιξε τα 7 εκ.δολάρια, τα μισά τα κάλυψε η  ελληνική κυβέρνηση και τα υπόλοιπα η εταιρία Sony η οποία ανέλαβε την ηχογράφηση, έντυσε μουσικά την αποστολή της NASA. Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στο ταξιδι του διαστημοπλοίου Odysseus προς τον πλανητη Αρη.  Η NASA συμμετείχε στη συναυλία με προτζέκτορες που πρόβαλαν εικόνες από τον πλανήτη Άρη σε συνδυασμό με την ελληνική μυθολογία. Επίσης ο πλανήτης  Άρης ήταν ακριβώς πάνω από τον χώρο της συναυλίας την ώρα της διεξαγωγής της.

– Ο Ναός Νεμείου Διός  στην αρχαία Νεμέα οικοδομήθηκε γύρω στο 330 π.Χ. πάνω στα ερείπια παλαιότερου ναϊκού κτίσματος. Ο ναός του Δία δέσποζε σε ένα μεγάλο και καλά οργανωμένο ιερό όπου λατρευόταν ο Δίας και ο νήπιος ήρωας Οφέλτης. Ο Οφέλτης ήταν γιός του βασιλιά της Νεμέας Λυκούργου και της Ευρυδίκης. Κάποια μέρα η τροφός του μωρού, η Υψιπύλη, συνάντησε τους Επτά Αργείους βασιλείς που εκστράτευαν προς τη Θήβα και της ζήτησαν να τους υποδείξει μια πηγή για νερό. Η Υψιπύλη ακούμπησε τον Οφέλτη σε ένα στρώμα από αγριοσέληνο και εκεί τον δάγκωσε ένα φίδι και το βρέφος πέθανε. Προς τιμήν του Οφέλτη οι Επτά επί Θήβας θέσπισαν τα Νέμεα, αγώνες που διεξάγονταν ανά διετία και είχαν πανελλήνιο χαρακτήρα.  Στον ναό του Νέμειου Δία σμίγουν και οι τρεις αρχιτεκτονικοί ρυθμοί της ελληνικής αρχαιότητας. Κάθε ένας από τους μεγάλους κίονες του περιστυλίου έχει ύψος περίπου 13 μέτρα και αποτελείται από 13 κυλινδρικούς σπονδύλους.  Από το σύνολο του μνημείου έμειναν όρθιοι ως τη σύγχρονη εποχή μόνον 3 από τους 32 μεγάλους κίονες και τμήμα του επιστυλίου ανάμεσα στους δύο που όριζαν την είσοδο στο ναό. Οι υπόλοιποι είναι πεσμένοι γύρω από το μνημείο. Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή αποσυναρμολογήθηκαν οι περισσότεροι από τους τριάντα-έξι δωρικούς κίονες, το υλικό των οποίων χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή χριστιανικής εκκλησίας βασιλικού ρυθμού, σε μικρή απόσταση από τα ερείπια του ναού.  Μια αεροφωτογραφία του μνημείου πριν την έναρξη της αναστήλωσης παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον διότι δείχνει τον περίεργο τρόπο με τον οποίο έχουν καταρρεύσει οι κίονες. Δεν είναι πεσμένοι με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από κάποιο ή κάποια σεισμικά επεισόδια, αλλά κείτονται ακτινωτά. Το γεγονός ότι οι κίονες βρέθηκαν πεσμένοι ακτινικά, δείχνει ότι η καταστροφή δεν προήλθε από τα φυσικά αίτια ενός σεισμού, όπου οι σπόνδυλοι των κιόνων θα έπεφταν δεξιά – αριστερά του κατακόρυφου άξονα του κάθε κίονα, αλλά από ανθρώπινη παρέμβαση. Οι κίονες «σπρώχθηκαν», προκειμένου να χρησιμοποιηθεί τόσο το συνδετικό υλικό όσο και οι ίδιοι οι σπόνδυλοι οι οποίοι έπεσαν προς την συγκεκριμένη κατεύθυνση , ιδιαιτέρως στη βόρεια πλευρά του περιστυλίου, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση στους δόμους του στυλοβάτη και του σηκού και η χρήση τους σε άλλα κτίσματα. 

Αιώνες αργότερα, είναι πάλι η ανθρώπινη παρέμβαση που επιχειρεί αυτή τη φορά να αποκαταστήσει την αρχική εικόνα του μνημείου.  Το Πρόγραμμα της Αναστήλωσης του Ναού του Δία ξεκίνησε το 1984 από τον καθηγητή Stephen Miller αλλά ελλείψει πόρων σε λίγους μήνες εγκαταλείφθηκε. Το 1999 το σχέδιο ξεκίνησε πάλι, δυναμικά αυτή τη φορά, και ολοκληρώθηκε στις μέρες μας υπό τη διεύθυνση της καθηγήτριας Kim Shelton του Πανεπιστημίου του Berkeley. Η Kim Shelton έχει πλούσιο ανασκαφικό, συγγραφικό και διδακτικό έργο και τα τελευταία χρόνια διευθύνει το Κέντρο Νεμέας για την Κλασική Αρχαιολογία του Πανεπιστημίου του Berkeley (Nemea Center for Classical Archaeology, University of California, Berkeley). Είναι από τις κορυφαίες διεθνώς ειδικούς στη μυκηναϊκή περίοδο. Το συνολικό κόστος όλων των φάσεων της αναστήλωσης προσεγγίζει τα 3 εκατομμύρια ευρώ. Η χρηματοδότηση προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από ιδιώτες χορηγούς, περιλαμβανομένων των μελών του Ιδρύματος Οφέλτης, εταιρικές χορηγίες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τον όμιλο «Τιτάν» και την εταιρεία Club Hotel Casino Λουτράκι μεταξύ άλλων. Το δεύτερο μέρος της Φάσης ΙΙ (επιστύλια) χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από έναν ανώνυμο χορηγό από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

– Ο Ναός του Δία στην Ολυμπία ήταν ένας αρχαίος ελληνικός ναός στην Ολυμπία, αφιερωμένος στο θεό Δία. Ο ναός, που χτίστηκε μεταξύ 472 και 456 π.Χ., ήταν στο ίδιο το πρότυπο του πλήρως ανεπτυγμένου κλασσικού ελληνικού ναού δωρικού ρυθμού. Ο ναός κατασκευάστηκε από τον αρχιτέκτονα Λίβονα, με σκαλιστές μετόπες και τρίγλυφα, που αποτελούν τη βάση για τα αετώματα που κοσμούνται με τα γλυπτά του αυστηρού ρυθμού, που τώρα αποδίδονται στον «άγνωστο γλύπτη της Ολυμπίας» και το εργαστήριό του. Ο Ναός του Δία χτίστηκε από τους Ηλείους με τα έσοδα από την εκποίηση των λαφύρων που απέσπασαν κατά το νικηφόρο πόλεμο εναντίον της Πίσας το 471 π.Χ. Μέχρι τότε ο Δίας λατρευόταν στο ναό της Ήρας, ήταν σύνναος με τη θεά. Ο Ναός του Δία στέγασε το διάσημο άγαλμα του Δία, που ήταν ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου Κόσμου. Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ολυμπίου Διός  ήταν περίπου 13 μέτρα (43 πόδια) και φιλοτεχνήθηκε από τον Φειδία, στο εργαστήριό του στο χώρο της Ολυμπίας.

Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ολυμπίου Διός

Επί 20 χρόνια ο ναός του Δία στην Ολυμπία, δεν είχε μία αντάξια εικόνα του θεού στο εσωτερικό του. Η έλλειψη ενός ανάλογα μεγα­λόπρεπου λατρευτικού αγάλματος άρχιζε να ενοχλεί, έτσι ο λαός της Ηλείας αποφάσισε να παραγγείλει ένα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άγαλμα τέτοιας λαμπρότητας, που η φήμη του επεσκίασε πλήρως τη φήμη του ναού.

Δεν είχαν μεγάλο πρόβλημα να διαλέξουν τον άνθρωπο τους. Ο Φειδίας ο Αθηναίος, ο μεγαλύτερος γλύπτης της αρχαίας Ελλάδας, ήταν ειδικός στα τεράστια αγάλματα και αυθεντία στον χειρισμό διαφόρων υλικών. Είχε ήδη δημιουργήσει δύο θεόρατα αγάλματα της Αθηνάς για την Ακρόπολη των Αθηνών: το πρώτο, μπρούτζινο, ήταν 10 μέτρα ψηλό και το δόρυ του το έβλεπαν από το Σούνιο οι Αθηναίοι ναυτικοί που γύριζαν στην πατρίδα .Το δεύτερο, ήταν το μεγάλο χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα, που πρόσφατα είχε ολοκλη­ρωθεί.
Μόλις τελείωσε την Αθηνά του Παρθενώνα, στα 438 π.Χ., ο Φειδίας έφυγε για την Ολυμπία για να αναλάβει μία ακόμη πιο μεγάλη παραγγελία: το επιβλητικό χρυσελεφά­ντινο άγαλμα του βασιλιά των θεών. Η δουλειά του στην Αθήνα δεν είχε ολοκληρωθεί – είχε ακόμα να τελειώσει τις μετόπες του Παρθενώνα – αλλά τον είχαν πείσει να πιάσει αμέσως δουλειά στην Ολυμπία. Δεν υπάρχει αμφι­βολία πως από καιρό σε καιρό επέστρεφε στην Αθήνα για να επιβλέψει τα τελευταία στάδια του αριστουργήματός του στην Ακρόπολη.

Οταν έφθασε στην Ολυμπία, ο Φειδίας εθαλε πρώτο στόχο να κτίσει ένα εργαστήριο στο οποίο θα μπορούσε να κατασκευάσει το τεράστιο αγαλμα του Δία. Ο τόπος που διάλεξε ήταν βολικά κοντά, μόλις 100 μέτρα από το ναό. Το περίεργο είναι πως αυτό το εργαστήριο δεν καταστράφηκε όταν το αγαλμα τελείωσε, αλλά επέζησε για να το βλέπουν οι Ρωμαίοι τουρίστες τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Αργότερα, μετατράπηκε σε βυζαντινή εκκλησία και έζησε πολύ περισσότερο από το ναό και το περίφημο άγαλμα του. Οι Ανασκαφές στον τόπο του  εργαστηρίου του Φειδία που έκαναν οι Άλφρεντ Μάλβιτς και Βόλφρκανγκα Σίρινγκ, οι Γερμανοί αρχαιολόγοι, το 1954-1958, προσέφεραν πολλές καινούργιες λεπτομέρειες για τον τρόπο που γινόταν η δουλειά.  Ακόμα πιο ενδιαφέρουσες ήταν οι ανακαλύψεις που έκανε η γερμανική ομάδα στο χώρο των απορριμμάτων, ακριβώς έξω από το εργαστήριο. Ηταν τα σκουπίδια που πετούσαν ο Φειδίας και οι βοηθοί του και υπήρχαν ίχνη κάποιων από τα υλικά που χρησιμοποίησαν στο άγαλμα: ξύσματα από φίλντισι και μικρά κομμάτια από μπρούτζο και μολύβι. Χρυσός, πάντως, δεν υπήρχε πουθενά. Ο Φειδίας πρέπει να ήταν εξαιρετικά προσεκτικός μ’ αυτό το πολύτιμο υλικό, ζυγίζοντας και υπολογίζοντας σχολα­στικά κάθε ουγγιά. Η προσοχή αυτή δεν ήταν απλώς θέμα σύνεσης, αλλά μπορούσε να γίνει και ζήτημα ζωής και θανάτου. Πράγματι, στα 432 π.Χ.. όταν ο Φειδίας δούλευε ακόμα τον Δια της Ολυμπίας, κατηγορήθηκε από τους Αθηναί­ους ότι καταχράσθηκε μέρος του πολύτιμου χρυσού και ελεφαντόδοντου, που χρησιμοποίησε για το άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα. Χάρη στους προσεκτικούς λο­γαριασμούς του είχε μπορέσει τότε να αντικρούσει την κατηγορία. Μπορούμε να πάρουμε μία ιδέα για την ποσότητα του χρυσού, για την οποία μιλάμε, από τον Φιλόχορο, ο οποίος μας λέει πως 44 τάλαντα του πολύτιμου υλικού χρησιμοποιήθηκαν για τις πτυχές του μεγάλου αγάλματος του Φειδία στον Παρθενώνα. Το αρχαίο ελληνικό τάλαντο ζύγιζε περίπου 26 κιλά και μας δίνει συνολικό βάρος χρυσού 1.144 κιλά. Για το αγαλμα του Δία στην Ολυμπία μπορεί να χρειάσθηκε ακόμα περισσότερο χρυ­σάφι. Δεν υπάρχει πλέον η παραμικρή αμφιβολία για την παρουσία του ίδιου του Φειδία στο εργαστήριο. Μεταξύ των εργαλείων και των εκμαγείων, οι Γερμανοί αρχαιολό­γοι ανακάλυψαν ένα σπασμένο κεραμικό κύπελλο καλυμμένο με μαύρο σμάλτο, που έφερε στη βάση του τήν επιγραφή  “Ανήκω στον Φειδία”. Αυτό το απλό εύρημα μας μεταφέρει αιώνες πίσω και μπορούμε χωρίς προσπά­θεια να φανταστούμε τη σκηνή, όπου ο Φειδίας κάνει ένα μικρό διάλειμμα για να πιει ένα ποτήρι, ενώ οι βοηθοί του δουλεύουν το τεράστιο αγαλμα.

Αρκετά χρόνια πρέπει να πέρασαν μέχρι να πάρει σιγά – σιγά σχήμα η πελώρια μορφή του Δία στο μεγάλο εργα­στήριο. Η δουλειά πρεπει να άρχισε από τον κολοσσιαίο εθένινο θρόνο. Τα πόδια του είχαν τη μορφή φτερωτών Νικών, τα μπράτσα του κατέληγαν σε τεράστιες μορφές σφιγγών που κατασπαράσσουν νέους. Μυθολογικές σκη­νές κοσμούσαν επίσης τις πλευρές του θρόνου και το υποπόδιο, με λιοντάρια δεξιά και αριστερά του, πάνω στο οποίο ο Δίας ξεκούραζε τα πόδια του που φορούσαν χρυσά σανδάλια. Το γυμνό δέρμα του Δία ήταν φτιαγμένο από επιμελώς κατεργασμένα φύλλα ελεφαντόδοντου, τα οποία είχαν προσαρμοσθεί με μαεστρία πάνω σ ένα εσωτερικό ξύλινο πλαίσιο, που στήριζε ολόκληρη τη μορ­φή. Τα φύλλα του χρυσού για το ύφασμα ήταν τοποθετη­μένα κι αυτά πάνω στον ξύλινο σκελετό. Όταν όλα είχαν πια τελειώσει, προς μεγάλη ικανοποίη­ση του Φειδία, ήρθε η στιγμή να μεταφερθεί ο θεός στο ιερό. Τα φύλλα από χρυσό και φίλντισι αφαιρέθηκαν και ο ξύλινος θρόνος και ο σκελετός αποσυναρμολογήθηκαν για να ξανασυναρμολογηθούν μέσα στο ναό. Ο χώρος όπου θα στηνόταν το άγαλμα είχε προετοιμα­στεί με κάθε επιμέλεια.

Ήταν τέτοια η τελειότητα του αγάλματος, που ο Πάναινος, αδελφός ή ανιψιός του Φειδία, τον ερώτησε πώς εμπνεύστηκε την μορφή αυτή του Διός, αν ο ίδιος ανέβηκε στον Όλυμπο για να δει τον Δία, ή αν ο Ζεύς κατέβηκε από τον Όλυμπο έτσι ώστε ο Φειδίας μπόρεσε να τον δει. Ο Παυσανίας γράφει, ότι όταν τελείωσε το έργο, ο Φειδίας ρώτησε τον Δία αν ήταν ευχαριστημένος και ο θεός απάντησε με ένα κεραυνό που διαπέρασε τον ναό, χωρίς να καταστρέψει τίποτα. Στο σημείο που χτύπησε ο κεραυνός, τοποθετήθηκε μια χάλκινη υδρία. Ήταν ντροπή να πεθάνει κανείς χωρίς να επισκεφθεί την Ολυμπία για να δει το άγαλμα. Ο Δίων Χρυσόστομος, σε ομιλία του μπροστά στον Ναό το 97 μ.Χ., είπε: «Αν ένας άνθρωπος, με βαριά καρδιά από τις στεναχώριες και λύπες της ζωής, βρεθεί μπροστά στο άγαλμα, τα ξεχνάει όλα».

Για περισσότερα από 800 χρόνια, το άγαλμα δέσποζε στο ναό, προκαλώντας το θαυμασμό όσων το έβλεπαν. Η πολιτική ισχύς της Ελλάδας μειώθηκε, αλλά η ελληνική τέχνη και μυθολογία συνέχισαν να διαπνέουν τον πολιτι­σμό του ελληνιστικού κόσμου και αργότερα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το άγαλμα ήταν ήδη 300 ετών όταν ο Αντίοχος IV ο Επιφανής, βασιλιάς της Συρίας, έφερε ένα υφαντό παραπέτασμα για να το κρεμάσει πίσω από το άγαλμα. Αυτό πιστεύεται πως ήταν το παραπέτασμα του ναού της Ιε­ρουσαλήμ, που ο Αντίοχος είχε αφαιρέσει. Σε μερικούς ο θαυμασμός ήταν ανάμεικτος με φθόνο στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ., ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καλιγούλας σχεδίασε να διαλύσει το αγαλμα και να το μεταφέρει στη Ρώμη όπου σκόπευε να αντικαταστήσει το κεφάλι του θεού με ένα χρυσελεφάντινο δικό του. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε όταν το πλοίο που έστειλε, χτυ­πήθηκε από κεραυνό. Μια άλλη ιστορία λέει πως όταν οι τεχνίτες του Καλιγούλα πλησίασαν το τεράστιο άγαλμα, εκείνο έβγαλε ένα περιφρονητικό καγχασμό που τους έκανε να φύγουν τρομοκρατημένοι.

Οι αιώνες της ύστερης κλασικής εποχής ήταν μια πε­ρίοδος τεχνικής δεξιοτεχνίας και πνευματικής εξασθένη­σης στις πλαστικές τέχνες. Ηταν σαν τα αξεπέραστα μνημεία της μεγάλης εποχής, περιλαμβανομένου του αγάλματος του Δία του Φειδία, να ασκούν τέτοια επιρροή, που να υπονομεύουν κάθε πρωτοτυπία στη σκέψη. Στο μεταξύ, ο κόσμος συνέχιζε να αλλάζει. Η Ρώμη έπεσε σε παρακμή, απειλήθηκε από βαρβάρους και παρα­μελήθηκε.  Η παλιά θρησκεία πάλευε με τον χριστια­νισμό για το ποια θα κυριαρχήσει στην αυτοκρατορία. Το 391 ένα αυτοκρατορικό διάταγμα απαγόρευσε κάθε μορφή παγανιστικής λατρείας και διέταξε το κλείσιμο των ναών. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, με τους έντονους παγανι­στικούς συσχετισμούς τους  απαγορεύτηκαν. Μια γενιά αργότερα, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ πήρε το άγαλμα από τον κλειδωμένο ναό της Ολυμπίας και το μετέφερε στο παλάτι του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί μόνο 50 χρόνια αργότερα, ο μεγάλος Δίας του Φειδία χάθηκε σε μια πυρκαγιά. Την ίδια εποχή, ο Παρθενώνας γινόταν εκκλησία και το άγαλμα της Αθηνάς καταστρεφόταν κι αυτό.
Το 426 μ.Χ ο Θεοδόσιος Β’ διέταξε την καταστροφή του Ναού, και οι σεισμοί του 522 και του 551 κατέστρεψαν τα εναπομείναντα ερείπια και άφησαν το Ναό του Δία μερικώς θαμμένο.

Η θέση του αρχαίου ιερού, ξεχασμένου κάτω από τις κατολισθήσεις και τις πλημμύρες προσάμμωσης, εντοπίστηκε το 1766 από τον Άγγλο Ρίτσαρντ Τσάντλερ. Το 1829 μία ομάδα Γάλλων, ανάσκαψε μερικώς το ναό του Δία, παίρνοντας πολλά θραύσματα των αετωμάτων του μαζί της, στο Μουσείο του Λούβρου. Η συστηματική ανασκαφή ξεκίνησε το 1875, υπό τη διεύθυνση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, και συνεχίζεται, με κάποιες διακοπές, μέχρι σήμερα.

– Η γραμμή που ενώνει το Ναό του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα (Στήλες του Ολυμπίου Διός) με το Ναό του Δία στην Ολυμπία, διέρχεται από το Ναό του Νεμείου Διός στην αρχαία Νεμέα! Η γραμμή είναι 188.604,59 μ.

image

Η παραπάνω φωτογραφία εμπλουτισμένη με πολυμέσα, φωτογραφίες και κείμενο, εδώ

Advertisements